Τέταρτο
132 Προβολές

“Pari” του Σιαμάκ Ετεμάντι: Οι στίχοι του Τζελαλεντίν Ρουμί, μίτος της Αριάδνης για την έξοδο από προσωπικούς λαβύρινθους




“Pari”
Σκηνοθεσία: Σιαμάκ Ετεμάντι
Πρωταγωνιστούν: Μελίκα Φορουτάν, Σαμπάζ Νοσίρ, Σοφία Κόκαλη, Λένα Κιτσοπούλου
Ελλάδα, Γαλλία, Ολλανδία, Βουλγαρία, 2020.

“Όχι άλλο κρασί για μένα.
Είμαι πια πέρα από την ηδονή του πυκνού κόκκινου και του διαυγούς λευκού.
Διψάω το ίδιο μου το αίμα
καθώς κυλάει προς το πεδίο της δράσης.
Πρέπει να μπω στο κέντρο της φωτιάς.
Η φωτιά είναι το παιδί μου
όμως, πρέπει να ξοδευτώ ολόκληρος και να γίνω φωτιά”.

Στις σελίδες ενός σκισμένου τετραδίου, μια γυναίκα από το Ιράν διαβάζει, το 2020, αυτούς τους στίχους του Πέρση ποιητή και μυστικιστή των Σούφι, Τζελαλεντίν Ρουμί, γραμμένους 7 αιώνες πριν. Πάνω τους, έχει ζωγραφιστεί το γνωστό αναρχικό σύμβολο. Αυτό το τετράδιο είναι σαν μίτος της Αριάδνης για την έξοδο από ένα λαβύρινθο, που αρχίζει μέσα σ’ ένα μικρό, σκοτεινό, παρατημένο διαμέρισμα σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας όπου η γυναίκα βρίσκει τα πρώτα χνάρια του εξαφανισμένου φοιτητή γιου της, ενός άλλου ανθρώπου απ’ αυτόν που γνώριζε στην πατρίδα τους. Η φυσική, παντοτινή αγάπη της μητέρας δεν είναι αρκετή για να κατανοήσει τη φωτιά που έχει ξεσπάσει μέσα του. Πρέπει να γίνει και η ίδια φωτιά τώρα.

Από μια χώρα που η κοινωνικοπολιτική φυσιογνωμία της καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους αυστηρούς κανόνες ενός θεοκρατικού καθεστώτος, στην πρωτεύουσα μιας άλλης χώρας που βρίσκεται σε αναβρασμό. Εκεί όπου πολλοί Ιρανοί ζητάνε άσυλο με κάθε τρόπο, ακόμα και αλλάζοντας θρησκεία, ακόμα και φτάνοντας ως την εκπόρνευση, επιθυμώντας την αντικατάσταση της γνώριμης διαμόρφωσής τους από μια άλλη, ο εξαφανισμένος συμπατριώτης τους φοιτητής αγωνιά ν’ ανακαλύψει κάτι αληθινό, συμμετέχοντας στις βραδινές μάχες των συντρόφων του με την αστυνομία. Σαν μια φλόγα που θεριεύει καθώς πλησιάζει η νύχτα, πανεπιστήμια και υπόγεια γίνονται εστίες καθημερινής ανάφλεξης, λες κι η πόλη ζει μιαν άλλη ζωή όσο ο βραδινός φωτισμός πέφτει πάνω στα γκράφιτυ των τοίχων και στους άδειους δρόμους με τους ξέχειλους κάδους των σκουπιδιών. Κι όταν πια γευτεί τη μεγαλύτερη ελευθερία σ’ αυτόν το νέο τόπο, τότε θ’ αναζητήσει την πιο προσωπική του ελευθερία, μακριά από τους ανθρώπους, ένα τέλος που θα οδηγεί σε μια νέα αρχή χωρίς άλλο τέλος πια. Με μόνη κληρονομιά του από τη χώρα καταγωγής του, το πνευματικό απόσταγμα από τους στίχους του Ρουμί, όταν οι Σούφι πίστευαν ότι όλες οι παραδόσεις οδηγούν στη μια και μοναδική αλήθεια μέσα από την προσωπική σχέση κάθε ανθρώπου με τη θεία δύναμη, έχοντας ενσωματώσει τα μυστικά δόγματα του μουσουλμανισμού έως την ολοκλήρωση σε μια ανεξιθρησκεία, στην ουσία. Με το πέρασμα μέσα από τη φωτιά στον τόπο της αυτοσυνειδητοποίησής του, να ‘χει εμπλουτίσει τη μόνη κληρονομιά που φύλαξε από τη γενέτειρά του.


Προσωπική και οικογενειακή τιμή, σεβασμός των παραδόσεων, οι κοινωνικοί ρόλοι της υποταγμένης στην αντρική βούληση συζύγου από τη μία, και του παιδιού που, έχοντας κερδίσει υποτροφία σπουδών στο εξωτερικό, θα πρέπει να εξακολουθήσει να προσφέρει περηφάνια στους γονιούς του, από την άλλη – δύο ζωές που κινούνται πάνω στις ράγες των παραδόσεων. Και η διεκδίκηση της προσωπικής αλήθειας – το σπάσιμο των καλουπιών στον ξένο τόπο με τα διαφορετικά έθιμα. Ο ίδιος προσωπικός λαβύρινθος σε δύο απ’ τις τόσες διαφορετικές παραλλαγές του. Η μητέρα του θα τον γυρέψει μόνη σ’ αυτήν την ξένη χώρα, στα στέκια του, γνωρίζοντας λίγους από τους συντρόφους του και συλλέγοντας ακόμα λιγότερες πληροφορίες, προσπαθώντας να πλάσει μέσα της τη νέα ταυτότητα του παιδιού. Η συγκινησιακή δύναμη της μητρικής αγάπης μας συνεπαίρνει στην ταινία, που δεν παύει ούτε στιγμή να πιστεύει ότι η αγωνιώδης αναζήτησή του θα τον φέρει τελικά μπροστά της. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε την ερμηνεία της υπέροχης Μελίκα Φορουτάν στο ρόλο της μητέρας που φλέγεται από την αγάπη για το γιο της, για την ίδια τη ζωή, από τη δίψα της να τον μάθει και να μάθει απ’ αυτόν. Το βλέμμα της εκφράζει κάθε αστραπιαία εσωτερική της μετάβαση από την ελπίδα στην απελπισία και αντίστροφα. Αισθανόμαστε σαν να την ακολουθούμε ακατάπαυστα στις καθημερινές διαδρομές της στους δρόμους της μεγαλούπολης – και σ’εκείνη τη σταθερή διαδρομή της προς την απελευθέρωση από τα εσωτερικά της δεσμά.

Ο 48χρονος Σιαμάκ Ετεμάντι, γεννημένος στο Ιράν και ζώντας πια στην Ελλάδα περισσότερη από τη μισή του ζωή, μας μιλάει για την ανάγκη των δύο ηρώων του ν’ απαλλαγούν από τα βάρη της διαμόρφωσης που κουβαλάνε. Η ματιά του συλλαμβάνει εικόνες της Αθήνας που βράζει τις νύχτες, με επίκεντρο τα Εξάρχεια, έτσι όπως δεν τις έχουμε δει σε πολλές Ελληνικές ταινίες στα χρόνια της κρίσης. Καθηλωνόμαστε παρακολουθώντας τη μοναχική, γεμάτη κινδύνους πορεία αυτής της γυναίκας μέσα από την ατμόσφαιρα ενός ψυχολογικού θρίλερ όπου οι βεβαιότητες όλο και κλονίζονται. Μας λείπει, όμως, η αίσθηση μιας βαθύτερης γνωριμίας μαζί της για εκείνη την περίοδο στο πατριαρχικό Ιράν όσο κι αν ξέρουμε για το αυστηρό πλαίσιο του κοινωνικού της ρόλου που απέκλειε την έκφραση της βαθιάς μητρικής της αγάπης. Μας λείπει η αίσθηση μιας βαθύτερης γνωριμίας και με τον απόντα γιο, που το φάντασμά του θαρρείς ότι συμπρωταγωνιστεί στην ταινία. Πληροφορούμαστε γεγονότα της νέας του ζωής στην Αθήνα, μας αγγίζει η ιδέα του πετάγματός του προς την απόλυτη ελευθερία, όμως, η σκιαγράφησή του εξαντλείται στην καταγραφή της ανάγκης του ν’ αποτινάξει ό,τι τον περιορίζει ενώ διαισθανόμαστε ότι η ψυχοσύνθεσή του έχει κι άλλες άγνωστες πτυχές.

Η πολιτική διάσταση στην ταινία θαρρείς ότι αρκείται στα όσα ήδη γνωρίζουμε για τις δύο χώρες, περιγράφοντας κυρίως το πλαίσιο δράσης των χαρακτήρων. Και, καθώς οδεύουμε προς το φινάλε, νιώθουμε ότι η δυναμική της κινηματογράφησης δεν υποστηρίζεται από την εξέλιξη της ιστορίας. Όμως, ο Ετεμάντι, σ’ αυτήν εδώ την πρώτη του ταινία, μας κερδίζει και με το παραπάνω, αφήνοντας μέσα μας μια επίγευση που διαρκεί για μέρες.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 70 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top