Τέταρτο

“Ποτέ Σπάνια Μερικές φορές Πάντα”: Το τέλος της αθωότητας και η αρχή της ενηλικίωσης στις πατριαρχικές κοινωνίες


«Ποτέ Σπάνια Μερικές φορές Πάντα» (Never Rarely Sometimes Always)
Σκηνοθεσία: Ελίζα Χίττμαν
Πρωταγωνιστούν: Σίντνεϋ Φλάνιγκαν, Tάλια Ράιντερ, Θίοντορ Πέλλεριν
Η.Π.Α., 2020

Αντίκρυ στη σύμβουλο υγείας της κλινικής, βρίσκεται η 17χρονη Ώτομν που πρέπει να επιλέξει μια απ’ αυτές τις μονολεκτικές απαντήσεις του τίτλου της ταινίας, στις ερωτήσεις που τής υποβάλλονται σχετικά με το αν έχει υποστεί κακοποιήσεις, και σε ποιο βαθμό: “Ο σύντροφός σου έχει άλλους παρτενέρ;”, “Τον τελευταίο χρόνο, ο εραστής σου αρνήθηκε να φορέσει προφυλακτικό;”, “Σ’ έχουν χτυπήσει; Σε χτυπάνε;”. Μπορούν, άραγε, να χωρέσουν οι οδυνηρές εμπειρίες της μέσα σε μια μονολεκτική απάντηση; Όχι, φυσικά, αλλά μπορεί ν’ αναδυθεί ο κρυμμένος πόνος, να σκοτεινιάσει πάλι το βλέμμα από το φόβο, λες και τον ξαναζεί – θεραπευτικά πια, τώρα, νιώθοντας ασφαλής αντίκρυ στην έμπειρη σύμβουλο και τη γυναικεία ενσυναίσθησή της.

Η ‘Ωτομν (που σημαίνει: “Φθινόπωρο”) είναι αγέλαστη, η εφηβεία της βρίσκεται σε μια διαρκή, θαρρείς, αποδρομή χωρίς, όμως, η θλίψη της να’ χει ακόμα παγώσει το πρόσωπό της. Μιλάει λίγο, δεν αναφέρεται στα συναισθήματά της, οι λέξεις που χρησιμοποιεί, είναι οι στοιχειώδεις ώστε να γίνει κατανοητή, με μια χαμηλόφωνη μονοτονία, και παρατηρεί τους άλλους με ευθύτητα αλλά, ταυτόχρονα, σαν μέσα από ένα δικό της εσωτερικό καταφύγιο. Η μητέρα της εκδηλώνει την έγνοια της συγκρατημένα εξαιτίας της αποστροφής που επιδεικνύει, χωρίς συστολή, ο σύντροφός της για την Ώτομν. Η έφηβη, όμως, δεν σκύβει ποτέ το κεφάλι: θ’ ανασυγκροτηθεί μετά το σοκ από την προσβολή ενός αγοριού την ώρα που τραγουδάει με συγκίνηση πάνω στη σκηνή, ολοκληρώνοντας με ευψυχία την ερμηνεία της – όρθια, μόνη, λουσμένη στο φως των προβολέων και εκτεθειμένη στα μάτια των θεατών ενώ αυτός, κρυμμένος στο σκοτάδι, καθιστός, φωνάζοντας με σκεπασμένο το στόμα από το χέρι του, χωμένος μέσα στο κοινό. Ταυτόχρονα, όμως, το κορίτσι ντρέπεται για την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της, μόλις στα 17 της, σαν συνέπεια της αντίληψης που επικρατεί εκεί όπου ζει, ότι το σεξ είναι μια ατομική απόλαυση – για τον άντρα, μονάχα: σ’ αυτήν την επαρχιακή πόλη, οι άντρες μπορεί  να κακοποιούν αλλά οι γυναίκες εκπαιδεύονται ν’ απωθούν το θυμό τους, όπως θα υπονοηθεί από τις απαντήσεις στην κλινική. Η Ώτομν χτυπάει την κοιλιά της με μανία ώστε ν’ απαλλαγεί απ’ αυτό το βάρος που δεν έχει αποκαλύψει σε κανέναν και, μετά, τρυπάει με μια παραμάνα το ρουθούνι της για να βάλει σκουλαρίκι, επιβεβαιώνοντας με μια ήρεμη, σχεδόν απαθή, ικανοποίηση το δικαίωμά της να ορίζει η ίδια το σώμα της.


Από τη μικρή επαρχιακή πόλη, όπου η γονεϊκή έγκριση είναι απαραίτητη για την άμβλωση, στην πανάκριβη  Νέα Υόρκη, την αχανή, πολύβουη μεγαλούπολη, σχεδόν ονειρική τα βράδια με τους φωτισμένους ουρανοξύστες (απεικονισμένη, όμως, χωρίς κινδύνους παρά με την αίσθηση μιας ανθρώπινης χοάνης), όπου μπορεί να πραγματοποιηθεί μια άμβλωση με μόνο ζητούμενο, την επιθυμία της ίδιας της γυναίκας. Παρέα με τη μοναδική της φίλη, την εξωστρεφή, εγκάρδια Σκάιλαρ, με δυο αλλαξιές και λίγα λεφτά κλεμμένα από το επαρχιακό σούπερ μάρκετ όπου εργάζονται. Από την επαρχιακή νοοτροπία της παθητικής αποδοχής, στον ακτιβιστικό φεμινισμό της μεγαλούπολης, με το δίκτυο αλληλεγγύης για προσφορά στέγης και τροφής.

Η Χίττμαν κινηματογραφεί αυτό το ταξίδι διεκδίκησης του δικαιώματος για μια δική της ζωή, στη διάρκεια του οποίου σφυρηλατείται η συντροφικότητα ως μια αναγκαία συνθήκη για τις γυναίκες σ’ αυτόν τον εχθρικό κόσμο όπου κυριαρχεί η αντρική επιθυμία και η εσωτερίκευσή της από τις γυναίκες. Από το ανεξάρτητο, αυτοδιαχειριζόμενο από γυναίκες επαρχιακό ιατρείο, με τις υποτυπώδεις, όμως, δυνατότητες (χαρακτηριστικά, χρησιμοποιούνται τεστ εγκυμοσύνης των σούπερ μάρκετ ενώ δεν υπάρχουν ψυχολόγοι) έως την οργανωμένη κλινική της μεγάλης πόλης, όπου θαρρείς ότι δεν εργάζεται ούτε ένας άντρας, τόπος λύτρωσης για τις γυναίκες που δεν θέλουν να γεννήσουν, ούτε με σκοπό την υιοθεσία του μωρού από ένα άτεκνο ζευγάρι. Η Χίττμαν παρατηρεί από κοντά τα πρόσωπα των κοριτσιών και η θέρμη της ματιάς της αναδιπλασιάζεται με τη δική μας συναισθηματική συμμετοχή, νιώθοντας ότι θέλουμε να συμπαρασταθούμε κι εμείς στην Ώτομν, ότι η ήρεμη και καθησυχαστική φωνή τής συμβούλου στην κλινική, εκφράζει και τη δική μας.

Βέβαια, η φεμινιστική οπτική της σκηνοθέτιδας φτάνει σε τέτοιο σημείο που δεν βλέπουμε ούτε έναν αντρικό χαρακτήρα με μια στοιχειώδη έστω ενσυναίσθηση για τις γυναίκες, θαρρείς και η αναπαραγωγή της πατριαρχικής νοοτροπίας κληροδοτείται από άντρα σε άντρα – θα ‘λεγες, σχεδόν νομοτελειακά. Από τους ενήλικους άντρες που επιμένουν να φλερτάρουν, αγνοώντας την ολοφάνερη δυσαρέσκεια των κοριτσιών έως έναν ευκατάστατο 20άρη που δεν δίνει σημασία στη σταθερή απόρριψη κάθε πρότασής του, αυτό που επιζητούν όλοι, δεν είναι παρά να επιβάλλουν τη θέλησή τους, θεωρώντας τις σχέσεις σαν πεδίο άσκησης εξουσίας. Ακόμα κι αυτός, νέος, καλλιεργημένος, που θέλει να γευτεί τη ζωή, επιχειρεί ν’ αποσπάσει έστω κάτι απ’ αυτό που επιθυμεί, σαν αντάλλαγμα για τη βοήθεια που παρέχει στα δύο κορίτσια, εκβιάζοντας άρρητα για μια έμπρακτη απόδειξη της ευγνωμοσύνης που πιστεύει ότι τού οφείλουν – ώστε να μην αισθανθεί ηττημένος.

Όμως, στην ταινία, οι πατριαρχικές συμπεριφορές περισσότερο περιγράφονται χωρίς να τοποθετούνται σ’ ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, αυτό της απόρροιας των έμφυλων ανισοτήτων και διακρίσεων από την κοινωνική ανισότητα των καπιταλιστικών συστημάτων. Οι λίγοι αντρικοί χαρακτήρες χρησιμοποιούνται μόνο σε συμβολικό επίπεδο. Η Χίττμαν, πάντως, μάς χαρίζει μια αξέχαστη, υπέροχη σκηνή συμπαράστασης και κατανόησης ανάμεσα στις δύο φίλες, κρατώντας τα χέρια η μία της άλλης την ώρα του ξεπληρώματος της υποχρέωσης που τούς έχει επιβληθεί.

Η Χίττμαν επιλέγει να εστιάσει στους δεσμούς που αναπτύσσονται ανάμεσα στις γυναίκες σ’ αυτό το βαθιά καταπιεστικό περιβάλλον, στη μετάδοση της συντροφικότητας μέσα από διακριτικές, τρυφερές πινελιές, με αφηγηματική λιτότητα (σε τέτοιο βαθμό, όμως, που δεν δίνει μεγαλύτερο βάρος στις εσωτερικές αλλαγές που πιθανώς συμβαίνουν), με σιωπές και βλέμματα τόσο εύγλωττα, με τους χαρακτήρες των δύο κοριτσιών και την αλληλεπίδραση ανάμεσά τους να δημιουργούνται ζωντανά, θαρρείς, μπροστά στην κάμερα (εξαιρετικές οι ερμηνείες των Σίντνεϋ Φλάνιγκαν και Tάλια Ράιντερ), εμπλουτίζοντας το σεναριακό σκελετό της ταινίας. Μάς μεταδίδει τη νεανική ορμή τους στην αντιμετώπιση κάθε δυσκολίας, στην επιθυμία τους να ζήσουν τη δική τους ζωή, χωρίς σκηνοθετική καταφυγή σε συναισθηματικές κορυφώσεις και εξιδανικεύσεις, με το κάθε κορίτσι να διατηρεί την αυτονομία του μέσα στη σχέση τους. Μάς αγγίζει άμεσα, τόσο που σκεφτόμαστε την ταινία για μέρες μετά.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 111 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top