Τέταρτο

“Tokyo Sonata”: Το άνοιγμα στις εκδοχές για την πραγματικότητα



“Tokyo Sonata”
Σκηνοθεσία: Κιγιόσι Κουροσάβα
Πρωταγωνιστούν: Teruyuki Kagawa, Kyôko Koizumi, Yû Koyanagi.
Ιαπωνία, 2008

(Βραβευμένη στο φεστιβάλ Καννών του 2008 και νικήτρια των Ασιατικών βραβείων του 2009)

Η βροχή έχει δυναμώσει, κι όμως, η γυναίκα, παρατηρώντας την από απόσταση δίχως να βλέπουμε το πρόσωπό της, ανοίγει τη μεγάλη μπαλκονόπορτα που είχε σπεύσει να κλείσει μόλις πριν λίγο και τώρα στέκεται σαν υπνωτισμένη μπροστά σ’ αυτό το θέαμα. Είναι κάποιες φορές που η ανάγκη της προφύλαξης από ένα φόβο υποχωρεί μπροστά στην ξαφνική παρόρμηση να τον γευτούμε, ξεχνώντας το γνωστό μας εαυτό- για λίγο, συνήθως. Ζει πολλές ώρες μόνη της σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι – βασίλειο και, μαζί, καταφύγιό της. Όταν επιστρέφουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, ο μικρός γιος από το σχολείο, ο μεγάλος γιος άγνωστο από που αναζητώντας δουλειά και ο πατέρας, πάντα αργά από την εργασία του, το σπίτι μεταμορφώνεται σ’ ένα θεατρικό σκηνικό όπου αναπαριστάνεται καθημερινά το ομοίωμα των οικογενειακών δεσμών κατά την τελετουργία του βραδινού φαγητού, καθισμένοι όλοι στο τραπέζι και περιμένοντας τον πατέρα να πιει πρώτα τη μπύρα του. Οι ρόλοι είναι παραδοσιακά κατανεμημένοι: ο άντρας φέρνει τα χρήματα στο σπίτι, η γυναίκα τα διαχειρίζεται ευχαριστώντας τον και τα παιδιά οφείλουν να ζητούν την έγκρισή του για κάθε επιθυμία τους πέρα απ’ αυτά που έχουν προγραμματιστεί. Τέσσερις άνθρωποι που συνυπάρχουν, τέσσερις διαφορετικοί ψυχικοί κόσμοι που αποκλίνουν.

Όταν αποκαλυφθεί ότι ο μικρός γιος διαθέτει σε μαθήματα πιάνου τα χρήματα που προορίζονται για το σχολικό του γεύμα, ο πατέρας εξοργίζεται. Γιατί, άραγε, ένας άνθρωπος που έχει νιώσει την αδικία στο πετσί του με σκληρό τρόπο, έχοντας απολυθεί από τη δουλειά παρά την πολύχρονη και πετυχημένη θητεία του εκεί, αναπαράγει τις σχέσεις εξουσίας που έχει υποστεί, είτε εγκρίνοντας είτε απαγορεύοντας- πάντα, όμως, αδιαφορώντας για τα συναισθήματα των παιδιών; Γιατί εξοργίζεται με την απόκρυψη του μικρού όταν ο ίδιος αποκρύπτει την απόλυσή του, φοβούμενος το πλήγμα στο γονεϊκό του κύρος και, συνάμα, νιώθοντας ντροπή καθώς έχει εσωτερικεύσει αυτό το οδυνηρό γεγονός ως προσωπική του αποτυχία; Γιατί ένας πατέρας που ενώ διακηρύσσει ότι θέλει μονάχα το καλό του παιδιού του, το έχει ουσιαστικά αποκλείσει από το οπτικό του πεδίο, δεν αναρωτιέται για την ευθύνη του όταν εκείνο αναγκάζεται να καταφύγει στην απόκρυψη; Πώς να κατανοήσει ότι η έννοια του ψέματος αφορά μονάχα εκείνον- τους μεγάλους κι όχι τα παιδιά;


Ο Κιγιόσι Κουροσάβα (γνωστός εμπορικά στην Ελλάδα από την ταινία “Ταξίδι στην άλλη όχθη”, παραγωγής 2015) περιγράφει μια κοινωνία όπου η νέα γενιά αρνείται να κληρονομήσει τις παραδοσιακές αξίες της, σπάζοντας αυτήν την αλυσίδα, θαρρείς ανεπανόρθωτα. Πλέον, οι μεγάλες επιχειρήσεις απολύουν υπαλλήλους που είχαν ταυτίσει περήφανα τούς εταιρικούς στόχους με το νόημα της ζωής τους, με μοναδικό κριτήριο τη μείωση του κόστους σε απόλυτες αριθμητικές τιμές, υιοθετώντας τη σχετική τεχνογνωσία της Κίνας. Ουρές εξαθλιωμένων  ανθρώπων στήνονται καθημερινά για το δημόσιο συσσίτιο που διανέμεται σε γωνιές χωμένες ανάμεσα σε ουρανοξύστες, όπου, ανάμεσα τους, όλο και πληθαίνουν τα καλοντυμένα πρώην υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων, ορισμένοι φορώντας ακόμα τα ακριβά τους κοστούμια- τη στολή εργασίας χωρίς όμως εργασία πια. Παιδιά αντιδρούν κατά της πατριαρχικής αυθεντίας γιατί δεν αντέχουν τους μονολόγους με τα ηθικολογικά κηρύγματα και τις τιμωρίες, γιατί δεν δίνεται καμία σημασία στη  θλίψη τους. Νεαροί υπάλληλοι της διεύθυνσης ανθρώπινου δυναμικού μεγάλων επιχειρήσεων λοιδορούν μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων. Και, μέσα σε όλα αυτά, η νέα γενιά αρχίζει να παραδέχεται, ανοιχτά πια, την εξάρτηση της πατρίδας της από την προστασία των ΗΠΑ. Όλα αυτά είναι τα ξέφτια πια των μακραίωνων Ιαπωνικών παραδόσεων καθώς αποκαλύπτονται όσα κρύβονταν πίσω από τη στιλπνή πρόσοψη.


Η οικογένεια, το κύτταρο αυτής της κοινωνίας, νοσεί αναπόφευκτα κι αυτή. Όμως, ο Κουροσάβα δεν αρκείται στη σκηνοθεσία ενός ρεαλιστικού δράματος. Από την ώρα που αποσυντίθεται η οικογένεια, τα ενήλικα μέλη της βιώνουν την αναπόφευκτη κατάβαση σε μια προσωπική τους κόλαση, λες και η ελεύθερη πτώση στο κενό είναι η μόνη προϋπόθεση για την ελπίδα της λύτρωσης. Όσο πιο επιμελώς φυλάγονταν απ’ αυτήν την κατάρρευση, τόσο πιο σκληρά εκδηλώνεται, και όσο πιο σκληρή είναι, τόσο πιο ονειρικά βιώνεται- και απεικονίζεται στην ταινία. Πώς αλλιώς να πιστέψουν και να αντέξουν την απώλεια των βεβαιοτήτων τους που είχαν χρησιμεύσει σαν το δομικό υλικό της ιδέας της κοινής ευτυχίας τους; Που τελειώνει, άραγε, αυτό το κακό, πόσο μπορεί να διαρκέσει και με ποιες απώλειες στο τέλος; Θα επιστρέψουν, άραγε; Θα επιχειρήσουν την ανασύσταση της προηγούμενης πραγματικότητας ή θα έχουν εμπλουτίσει την ύπαρξή τους με επίγνωση, γνωρίζοντας πια ο καθένας για τον εαυτό του ότι “είναι ο μόνος που μπορεί να είναι αυτός ο ίδιος- κι ότι αυτό είναι όλο ό,τι έχει για να κρατηθεί”; Για τον Κουροσάβα, σημασία δεν έχει τόσο ο ρεαλισμός των καταστάσεων, αυτό που φαίνεται, οι εικόνες για τον άλλον που έχουν αντικαταστήσει τη ζωντανή σχέση μαζί του παρά το άνοιγμα στις εκδοχές για την πραγματικότητα, η οδυνηρή αλλά τελικά λυτρωτική απόκτηση της γνώσης των δυνατοτήτων για όσους το θελήσουν, η ελπίδα για το τέλος του φόβου μπροστά στη ρευστότητα των καταστάσεων- η λαχτάρα για ξύπνημα από ένα όνειρο με τα μάγια να΄χουν λυθεί, όπως ακούγοντας το “Σεληνόφως” του Ντεμπυσσύ, συμμετέχοντας σε μια μυσταγωγία θαρρείς εκείνη την ώρα, βλέποντας, με τα μάτια ανοιχτά, ένα όνειρο μιας άλλης ζωής σε μιαν άλλη χώρα όπου υπάρχει μόνο φως.

Παρά μια αίσθηση του προκατασκευασμένου σ’ αυτές τις προσωπικές δια πυρός και σιδήρου πορείες προς το φως και παρά τον χρονικό προσδιορισμό τους μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας που αφαιρεί κάτι από όλη αυτήν την ονειρικότητα της ατμόσφαιρας εκείνη τη στιγμή, το αποτύπωμα που αφήνει η θέαση της ταινίας μέσα μας είναι επίμονο. Συμβάλλουν στο μέγιστο βαθμό, οι υπέροχες ερμηνείες των πρωταγωνιστών και η καίρια σκιαγράφηση των χαρακτήρων, τούς νιώθουμε τόσο οικείους που μπορούμε να δούμε καθαρά μέσα τους τις δικές μας βεβαιότητες που, τόσο πιο ακατάλυτες τις θεωρούμε όσο πιο βαθιά έχουμε απωθήσει τους φόβους μας.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 92 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES


Back to Top