Τέταρτο

«Σουπερνόβα»- Είμαστε μόνο μια κουκκίδα στο αχανές σύμπαν, είμαστε μόνο μια στιγμή στην ιστορία του


«Σουπερνόβα» (Supernova)
Σκηνοθεσία: Χάρι Μακουίν
Πρωταγωνιστούν: Κόλιν Φερθ, Στάνλεϋ Τούτσι
Ηνωμένο Βασίλειο, 2020

Τη μοναδική φορά που ο Σαμ υψώνει τον τόνο της φωνής του προς τον Τάσκερ, είναι στην απεγνωσμένη έκκλησή του: «Μην με αποδεσμεύεις!». Ο σύντροφός του, ξεχνώντας όλο και πιο συχνά πια να συμπεριλάβει ένα σημαντικό αντικείμενο για το ταξίδι τους ή να βρει το δρόμο της επιστροφής στο τροχόσπιτό τους, πιστεύει ότι δεν είναι δίκαιο για τον Σαμ να υποστεί τις οδυνηρές συνέπειες της ραγδαίας έκπτωσης των νοητικών και σωματικών του λειτουργιών και να επωμιστεί το τεράστιο βάρος της φροντίδας του. Αντίθετα, ο Σαμ αισθάνεται ότι στην πληρότητα της αγάπης του, δεν έχει καμιά σημασία τι μπορεί να θεωρηθεί  δίκαιο ή άδικο. Η αμοιβαία βαθιά αγάπη μετά τον έρωτα, η αγάπη μιας ολόκληρης ζωής με τις κοινές αναμνήσεις- κι ο τρόμος του πόνου για όλη την υπόλοιπη ζωή μετά την απώλεια του αγαπημένου. Η γεύση του άφθαρτου, της αιωνιότητας στη ζωή- και η οδυνηρή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας της φθοράς της ύλης, του τέλους.

Ο Τάσκερ λέει σε μια έφηβη ότι όταν ένα αστέρι γερνάει και τελειώνουν τα καύσιμά του, εκρήγνυται σαν πυροτέχνημα και η ύλη του ταξιδεύει στο διάστημα, για πολλά, πολλά χρόνια πριν δομήσει την ύπαρξή μας στη γη. «Και, μπορεί αυτό το αυτί μας να έχει προέλθει από ένα εντελώς διαφορετικό αστέρι, ενός εντελώς διαφορετικού γαλαξία σε σχέση με το άλλο μας αυτί», συμπληρώνει. Είναι το φαινόμενο του Supernova, οι τεράστιες εκρήξεις αστεριών που πεθαίνουν μετά από 10 με 20 εκατομμύρια χρόνια ζωής, δημιουργώντας εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα από ιονισμένη ύλη, μέχρι την αφάνεια τους μέσα σε λίγους μήνες. Τα αστέρια παράγουν τον άνθρακα, το άζωτο και το οξυγόνο, που είναι τα απαραίτητα χημικά στοιχεία για τη ζωή μαζί με το υδρογόνο το οποίο γεννήθηκε κατά τη δημιουργία του σύμπαντος, όπως αναφέρει ο αστροφυσικός Διονύσης Σιμόπουλος, και τα μοιράζουν στο σύμπαν κατά την έκρηξή τους. Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος, είναι σαν να επιστρέφει τα δομικά του υλικά στη φύση ώστε να χρησιμοποιηθούν στη σύνθεση άλλων μορφών ζωής όπου θα υπάρχουν διασκορπισμένα τα κομμάτια του. Η ζωή είναι αλληλένδετη με το θάνατο και εμείς δεν είμαστε παρά μια κουκίδα μέσα στο αχανές σύμπαν, δεν είμαστε παρά μια στιγμή στην ιστορία του. Στη διάρκεια αυτής της αστραπής που θαρρείς ότι διαρκεί η ζωή μας, είναι το θαύμα της αγάπης που μας εξανθρωπίζει σαν υλικές υπάρξεις, μεταβιβάζοντας αυτήν την ανάμνηση της εκπλήρωσης του προορισμού μας στη συλλογική ανθρώπινη μνήμη. Πότε, άραγε, μπορεί να γίνει παρηγορητική αυτή η γνώση, σε ποιο στάδιο της οδυνηρής διαδικασίας του πένθους μπορεί να χωρέσει, μετριάζοντας τη θλίψη και τη μοναξιά μετά την απώλεια του αγαπημένου;


Χαμηλότονη είναι η αφήγηση αυτής της ιστορίας, χωρίς δραματουργική κορύφωση, γεννώντας, όμως, πολλές σκέψεις με αφορμή τη σχέση αυτών των δύο ανθρώπων που αγαπιούνται, που θυμούνται ότι αγαπήθηκαν και θα θυμίζουν ότι αγαπήθηκαν σ’ αυτούς που τους γνώρισαν. Οι αναμνήσεις μιας κοινής ζωής, όχι σαν ένα εξιδανικευμένο καταφύγιο μιας σχέσης που έχει ανομολόγητα ολοκληρώσει τον κύκλο της παρά, αντίθετα, το κοινό χτες που παραμένει ζωντανό- επιτακτικά ζωντανό όταν το τέλος είναι ορατό. Στο όνομα της αγάπης που μοιράζονται εδώ και πολλά χρόνια, είναι η πρώτη φορά που την αντιλαμβάνονται διαφορετικά και ορισμένα εγωιστικά κίνητρα τροφοδοτούν την αντιπαράθεσή τους καθώς ο ένας απαιτεί από τον άλλον να τον κατανοήσει περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό και να προτιμήσει τη δική του θυσία από εκείνη στην οποία θέλει να προβεί ο ίδιος. Αν οι επιθυμίες δεν συγκλίνουν, τότε πρέπει κάποιος, στο όνομα της αγάπης, να ικανοποιήσει  την επιθυμία του άλλου;

Μέσα από τις μεγάλες σε διάρκεια σκηνές, παρατηρώντας προσεκτικά τους δύο συντρόφους, κυρίως, όμως, μέσα από τις εξαιρετικά εσωτερικές ερμηνείες των Κόλιν Φερθ και Στάνλεϋ Τούτσι που στο πρόσωπό τους μπορούμε να δούμε κάθε φευγαλέα μεταβολή της διάθεσής τους, τούς ακολουθούμε σ’ αυτό το πιθανώς τελευταίο ταξίδι τους. Όταν πέσουν οι τίτλοι του τέλους, μας συνοδεύει η τρυφερότητα αυτού του ανθρώπινου δράματος, θα θέλαμε, ωστόσο, να είχε υπάρξει μια συναισθηματική κορύφωση, μια βαθύτερη αίσθηση του πόνου που κατατρώει τα σωθικά τους.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 98 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

ΤΟ «ΤΕΤΑΡΤΟ» ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ

 

Back to Top