Τέταρτο
188 Προβολές

«Στη γη του άγριου μελιού» – Η αρπαγή των φυσικών πόρων και η ανάγκη διαφύλαξής τους


Advertisement


“Στη γη του άγριου μελιού” (“Honeyland”)
Σκηνοθεσία: Ταμάρα Κοτέβσκα, Λούμπομιρ Στεφάνοφ
Με τους: Ατίτζε Μουράτοβα, Ναζίφε Μουράτοβα, Χουσεϊν Σαν
Βόρεια Μακεδονία, 2019.

Η Ατίτζε, συλλέγοντας μέλι από τις κυψέλες, αφήνει πάντα το μισό στις μέλισσές της. Είναι το προϊόν που παράγουν ώστε να κατανεμηθεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες επιβίωσης του καθενός (πλήρης η αντίθεση με την κυρίαρχη θεωρία που διδασκόμαστε από παιδιά, ότι στο μελίσσι η πλειοψηφία των μελισσών εξουσιάζεται από τη βασίλισσα που δεν εργάζεται, ενώ, στην πραγματικότητα, υπάρχει κατανομή καθηκόντων σε όλες τις μέλισσες, με έλεγχο της εκτέλεσής τους, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής διαδικασίας από τη βασίλισσα)- και ώστε, έχοντας τροφή , να μην επιτίθενται σε άλλες μελισσοφωλιές. Ο άνθρωπος, λοιπόν, παίρνει ένα μέρος της παραγωγή τους, “καταβάλλοντας” σαν αντάλλαγμα, την παροχή προστασίας και τροφοδοσίας ώστε να διασφαλίζεται η αναπαραγωγή τους (είναι χαρακτηριστική η πρώτη σκηνή της ταινίας όπου η Ατίτζε περπατάει σ’ ένα στενό πέρασμα ψηλά στους βράχους μέχρι να φτάσει στις προστατευμένες από τον αέρα και τη βροχή μελισσοφωλιές μέσα στην κοιλότητα ενός απόκρημνου βράχου- με πολύ όμορφες εικόνες).

Advertisement

Η Ατίτζε ζει μαζί με την άρρωστη μητέρα της σ’ ένα ερειπωμένο κι απόμακρο χωριό, σε μια καλύβα χωρίς ρεύμα, νερό και θέρμανση, αντιλαμβανόμενη την ύπαρξή της σαν ένα οργανικό μέρος της φύσης. Περιποιείται με στοργή τη μητέρα της αλλά τη μαλώνει κιόλας σαν παιδί, μιλάει στα κατοικίδια και τραγουδάει στις μέλισσες, συμβιώνοντας ισότιμα με όλα τα πλάσματα της φύσης. Ο ηθικός της κώδικας έχει σμιλευτεί απ’ αυτήν την προσωπική της αντίληψη πάνω στις συνθήκες ζωής στο τραχύ περιβάλλον. Ζει από πάντα εκεί κι αυτή η διαβίωση έχει αφήσει έντονα αποτυπώματα πάνω στο γεμάτο ρυτίδες πρόσωπό της, όμως, το βλέμμα της, η κίνησή της, η χροιά της φωνής της, όλα αποπνέουν μια ευφρόσυνη ζωντάνια, μια παιδική ψυχή μέσα σ’ ένα ενήλικο σώμα: η αναπότρεπτη γήρανση του σώματος, από τη μία πλευρά, και η βιωματική  κατανόηση της θέσης του ανθρώπου μέσα στη φύση, από την άλλη. Φοράει ρούχα με ζωηρά χρώματα, αγοράζει βαφές μαλλιών όταν πηγαίνει στην πρωτεύουσα, στα Σκόπια, για να πουλήσει το μέλι της μόνη της, χωρίς μεσάζοντες, γελώντας και συζητώντας με τους υπαίθριους εμπόρους.


Είναι οι μόνοι κάτοικοι στο χωριό κι η ισορροπία τους με το περιβάλλον, απειλείται αναπόφευκτα από την έλευση κάθε νέου κατοίκου που αγνοεί τους άγραφους κανόνες που διέπουν τη ζωή εκεί. Ποιος, όμως, για ποιο λόγο και για πόσο, θα αποφάσιζε να ζήσει σ’ ένα χωριό- φάντασμα; Μάλλον, όχι κάποιος ρομαντικός που θ’ αναζητούσε τη χαμένη σύνδεσή του με τη φύση παρά κάποιος που θα ήλπιζε στην προοπτική ενός σύντομου υλικού οφέλους. Έτσι, μια φτωχή, πολυμελής, πατριαρχική οικογένεια με πολλά ζωντανά, εγκαθίσταται εκεί, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη με την κτηνοτροφία και τις μέλισσες, για όσο θα είναι εφικτή η αποστράγγιση κάθε διαθέσιμου πόρου. Η αντίθεσή τους με τη φιλική συμπεριφορά της Ατίτζε, ιδιαίτερα προς τα παιδιά τους- σαν να’ ναι φίλη τους και, μαζί, ένας ενήλικας που τα καθοδηγεί- και προς τις μέλισσες, είναι ολοφάνερη. Η Ατίτζε δεν επιθυμεί να κατέχει ενώ οι νέοι της γείτονες θεωρούν τα παιδιά και τα ζώα ως κτήμα τους. Η ζωή, όμως, πάντα αντιδρά βίαια στη διαρκή προσπάθεια καθυπόταξής της: τα ζώα τους αργοπεθαίνουν, οι μέλισσες τούς επιτίθενται. Και, το αποτύπωμα στο περιβάλλον από μια τέτοια αγεφύρωτη αντίθεση, διαμορφώνεται τελικά απ’ αυτούς που επιθυμούν να αρπάξουν παρά απ’ αυτούς που επιθυμούν να διαφυλάξουν. Άραγε, δεν θα μπορούσε ο άνθρωπος να εμπνεόταν από την οργάνωση της ζωής μέσα στο μελίσσι, έστω κι αν γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για συνειδητή συμπεριφορά παρά για φυσικές λειτουργίες καταγραμμένες στο DNA τους;

Advertisement


Advertisement

Οι δύο συν-σκηνοθέτες δεν δραματοποιούν τις καταστάσεις, η ταινία “Στη γη του άγριου μελιού”  μοιάζει περισσότερο με ντοκυμανταίρ. Τρία χρόνια γυρισμάτων, παρατήρησης, σύλληψης και αποτύπωσης καθημερινών καταστάσεων χωρίς ψυχολογισμούς, με ανθρώπους που υποδύονται τούς εαυτούς τους μπροστά στην κάμερα, απεικονίζοντας έναν τρόπο ζωής που όλο και περισσότερο χάνεται. Η Ατίτζε, βρίσκεται τόσο μακριά από τις απαιτήσεις της παραγωγικής διαδικασίας, τόσο αποκομμένη από τους ανθρώπους και τις γιορτινές τελετουργίες τους όπου νεαροί άντρες παλεύουν σαν αγρίμια με σκοπό, θαρρείς, να αποδείξουν ότι αυτοί είναι οι εκλεκτοί να διαιωνίσουν το είδος, που φαίνεται σαν ένας από τους τελευταίους φύλακες μιας άλλης ζωής. Οι σκηνοθέτες, όμως, δεν ηθικολογούν: οι νέοι γείτονες είναι φτωχοί και, προσπαθώντας να επιβιώσουν στο σήμερα, δεν σκέφτονται τις συνέπειες στο αύριο, τόσο γι’ αυτούς τους ίδιους όσο και για τα παιδιά τους. Ούτε εξιδανικεύουν τη ζωή της Ατίτζε καθώς μαθαίνουμε για προτάσεις γάμου στο μακρινό παρελθόν που απορρίφθηκαν εξαιτίας του ηθικού χρέους της να φροντίσει το γονιό που γερνάει αβοήθητος.


Τι γίνεται, όμως, μέσα στην ψυχή της ηρωίδας τους; Πόσα είναι τα κατάλοιπα της πίκρας από μια απόφαση που κάποτε καθόρισε τη ζωή της και δεν ήταν δική της, πόσο την έκανε δική της μέσα στα χρόνια και πόσο η ζωή της μέσα στη φύση, τής προσέφερε απαντήσεις για ένα βαθύτερο νόημα της ζωής; Κι αν για το ποια είναι η Ατίτζε, πέρα από το ρόλο της όπου συμβολίζει έναν ξεχασμένο τρόπο ζωής, μπορούν να τεθούν ερωτήματα, έστω χωρίς απαντήσεις, οι άλλοι “χαρακτήρες” της ταινίας έχουν απεικονιστεί ρεαλιστικά αλλά μονοσήμαντα: για παράδειγμα, ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση, οδηγεί κατ’ ανάγκη στην απουσία οποιασδήποτε ηθικής, μέσα στην οικογένεια, με το γείτονα και με το περιβάλλον;

Advertisement

Ωστόσο, η απεικόνιση αυτών των δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αυτής που αργοπεθαίνει δεδομένου ότι οι θεωρητικές υπερασπίσεις της σπάνια γίνονται πράξη, και της σύγχρονης που αποζητάει τη μέγιστη δυνατή εξαργύρωση των φυσικών πόρων, μιας ολιστικής και μιας υλιστικής αντίληψης, μάς μεταδίδεται με αυθεντικότητα και με μια υποδόρια πίκρα, παρακολουθώντας με αμείωτο ενδιαφέρον τα 85 λεπτά που διαρκεί η ταινία.

Advertisement

Advertisement

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

Advertisement

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 86 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Advertisement

Back to Top