Τέταρτο
136 Προβολές

Τα καλύτερά του χρόνια




Ξενυχτούσε.Ήταν ένα νυχτοπούλι. Από μικρό παιδί κοιμόταν λίγες ώρες. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησε ότι κοιμόταν πάντα λίγο γιατί φοβόταν ότι τις ώρες του ύπνου του θα συνέβαιναν τα σπουδαία και σημαντικά της ζωής του και ότι αυτός θα τα έχανε. Θα τον προσπερνούσαν, χωρίς να τα πάρει καθόλου είδηση.

Μια τέτοια λοιπόν νύχτα, καθημερινή, ωσάν τις άλλες, ξαγρυπνούσε στο κρεβάτι του, πάνω στο ανατομικό του στρώμα, προσπαθώντας να ξαναθυμηθεί πότε ήταν τα καλύτερα του χρόνια, πότε τα βίωνε ως τέτοια την ώρα που συνέβαιναν και όχι χρόνια μετά.

Το πρώτο που ξαναθυμήθηκε – στριφογυρνώντας στο κρεβάτι, στον δεξί του ώμο-ήταν τις ώρες εκείνες της παιδικής του ηλικίας που παίζοντας κρυφτό, ένιωθε την κρυψώνα του σαν φωλιά, σαν τότε στη μήτρα της μάνας του.

Θυμήθηκε τις στιγμές, τις ώρες που έτρεχε στα πεζοδρόμια της πόλης του και ένιωθε πιο γρήγορος και από Τσιτάχ. Ένιωθε ότι απογειωνόταν από το έδαφος -εκεί γύρω στους δέκα πόντους- και ίπτατο έτσι ελεύθερος και άτρωτος.

Γύρισε μπρούμυτα και ξαναθυμήθηκε τότε την δημιουργική του εφηβεία, πόσο όμορφα ένιωθε όταν έριχνε στα καλούπια την υγρή παραφίνη και έφτιαχνε διακοσμητικά κεριά ή όταν ολοκλήρωνε τα πρώτα του γραπτά κείμενα.

Οι σκέψεις, ή μάλλον οι μνήμες τον πλημμύρισαν σαν γύρισε ανάσκελα και αφέθηκε σε αυτήν την επαμφοτερίζουσα κατάσταση μεταξύ ξυπνητού και αποκοιμισμένου.

Κυρίαρχη μνήμη του ήταν όταν καθισμένος σε μια καρέκλα χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα και χωρίς να σκέφτεται, η αίσθηση της απόλυτης πληρότητας. Η αίσθηση ότι la vita e bella, απλά και μόνον του ότι υπήρχε, ένα ον που ανέπνεε οξυγόνο και έτσι αποθεωνόταν η αξία της πολύτιμης ύπαρξης του, της κάθε μιας ύπαρξης ξεχωριστά αλλά και μαζί όλων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την ενηλικίωσή του, κατανόησε ότι οι κοινωνίες ρέπουν σε μια μάλλον συντηρητικοποίηση, διαδικασία που φυλάκιζε τους ανθρώπους στο να εξωραΐζουν τα «παλιά» τα χρόνια δηλαδή που πέρασαν ανεπιστρεπτί και που ήταν πιο «ευτυχισμένα» (άσχετο τότε αν τα βίωσαν ακόμη και εχθρικά, εφιαλτικά) σε σχέση με τα σημερινά, με αυτά που ζούσαν.

Κατανόησε πως όλη αυτή η αρχαιολατρεία των ιθαγενών του τόπου του είχε να κάνει με ένα μάλλον «ζοφερό παρόν», που μέσα από τα Μ.Μ.Ε (Μέσα Μαζικής Εξόντωσης) τους είχε τεχνηέντως δημιουργηθεί και έτσι αποτελεσματικά τους είχε χαλιναγωγήσει.

Παρακολουθώντας έτσι πρόσφατες ελληνικές τηλεοπτικές σειρές, άρχισε να παρατηρεί πως για πολλούς «τα καλύτερά τους χρόνια» ήταν εποχές με πολύ χρώμα, design αλλά εντελώς απολιτίκ. Του ήταν παράξενο πως η εποχή της χούντας και του φασισμού ήταν για πολλούς τηλεθεατές αλλά και δημιουργούς τους «τα καλύτερα τους χρόνια».

Διέκρινε πως το απολιτίκ της εποχής του ήταν ένας και από τους λόγους της ανόδου μορφωμάτων όπως η Χρυσή Αυγή. Ναι ήταν πλέον σίγουρος ότι το «ζοφερό παρόν» θα οδηγούσε πολλούς συνανθρώπους του, εξαιτίας κυρίως της έλλειψης εργασίας να παρακολουθούν σήριαλ -όπως για παράδειγμα και- εντελώς τυχαία από το κρατικό κανάλι το «Χαιρέτα μου τον Πλάτανο». Τηλεοπτική σειρά στην οποία μια, από το πουθενά, κληρονομιά τριών εκατομμυρίων θα αποτελούσε την σωτήρια οικονομική λύση στην περιρρέουσα ανεργία και στον ζόφο που βίωναν οι κληρονόμοι, εγγόνια, μέχρι και ένα ολόκληρο χωριό.

Ναι, όσο η κοινωνία του συντηρητικοποιείται, τόσο αυτός ζωντάνευε τα οράματα του. Και πιστός σε όλα αυτά τα οποία τον τροφοδοτούσαν για ζωή, ξαγρυπνούσε δημιουργικά τις νύχτες του. Στριφογύρισε ανάσκελα και αποκοιμήθηκε με μια πρόσφατη μνήμη του, ενήλικος γαρ. Ξαναθυμήθηκε την χαρά του, όταν αγκαλιάζοντας τον βρεγμένο Θάμπετ βγάζοντας τον από τα κρύα νερά του Αιγαίου, τον παρέδωσε στην αγκαλιά της μητέρας του.

Και έτσι αποκοιμήθηκε.

Αποκοιμιόταν ενίοτε ακούγοντας και μουσική. Παρατίθεται ενδεικτικά και ένα από τα μουσικά κομμάτια που το τελευταίο διάστημα του άρεσε να ακούει για να θυμάται.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 144 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. [email protected]

Back to Top