tetartopress

Τα μαθηματικά του καρναβαλιού…


Μάζεψε τα πράγματά του, βιβλία, σημειώσεις, μαρκαδόρους και κινήθηκε βιαστικά προς την αίθουσα. Βρήκε τους μαθητές του κάπως ανήσυχους. Τρελόπαιδα παρέμεναν πάντα, αλλά έναν ενθουσιασμό διαφορετικό είχαν σήμερα. Αυτές οι Απόκριες. Δυσανασχέτησε αμέσως στη σκέψη. Κάθε χρόνο το ίδιο πανηγυράκι. Σερπαντίνες, να πλέκονται στα πόδια τους, ντουντούκες  που ξεκουφαίνουν, αφροί σε όλο το προαύλιο κι εκείνου να τρέμει το φυλλοκάρδι  στην εφημερία, μην τυχόν και μπουν σε κανένα μάτι. Να σου και η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου.  «Εσείς δε θα ντυθείτε κύριε;». Τόσα χρόνια η ίδια ερώτηση, την οποία ακολουθούσε με το ειρωνικό του μειδίαμα η ίδια απάντηση. «Τι να ντυθώ μωρέ; Ντυμένος δεν είμαι;» Γέλια αντηχούσαν στην αίθουσα, με το μυαλό τους να ταξιδεύει έξω από αυτή. Συνέχιζε εκείνος  ακούραστα, αν και με λίγο γκρινιάρικη διάθεση, το αναγνώριζε αυτό στον εαυτό του, πως καλό το καρναβάλι, αλλά δεν μπορεί να προβάλλεται ως ύψιστο πολιτιστικό γεγονός. Κι εκείνη η παρέλαση, τον απωθούσε από μικρό παιδί όταν τον πήγαινε η μάνα του να σταθεί ως θεατής του «μεγάλου γεγονότος». Διακοσμητικός ένιωθε πάντα, στριμωγμένος ανάμεσα σε εκείνα τα κιγκλιδώματα. Έπληττε αφόρητα, καμία συμμετοχή δε φαινόταν να έχει. Η χαρά και το κέφι των καρναβαλιστών καθόλου δεν τον άγγιζε, ούτε τον αφορούσε. Όχι μόνο τον ίδιο, το έβλεπε πως όλοι οι θεατές έτσι ένιωθαν. Και κάπως έτσι κάθε ενδιαφέρον του για το καρναβάλι ατόνησε με τα χρόνια, μαράθηκε. Πίσω από το μασκαρεμένο πλήθος, αυτής της επετείου αναγνώριζε μόνο την έκσταση της στιγμής, αλλά δίχως καμιά απολύτως συνέχεια. Το έβλεπε πως η μοναξιά θα συνέχιζε ανεμπόδιστα τη δουλειά της από την επόμενη. Να ροκανίζει, να βασανίζει ψυχές.

Το γνώριμο χτύπημα του κουδουνιού, έφερε τα πράγματα στη θέση τους. Εκείνον στα βιβλία του και τα παιδιά σαν ζωηρό, χαρούμενο σμήνος στο προαύλιο.

Μετά από αρκετή ώρα προετοιμασιών και με τις φωνές των μαθητών να ακούγονται πιο ζωηρές από κάθε άλλη φορά, σκέφτηκε να βγει κι αυτός να ρίξει μια ματιά, γνωρίζοντας πως διάφορες καρναβαλικές μάσκες,  θα ξεπηδούσαν μπροστά του από κάθε γωνιά. Και τότε είδε.

Το πρόσωπο του Αλέξανδρου πλαισιωμένο  με μια ξανθιά περούκα, με μπούκλες όμορφες και λουλούδια, ενώ την ίδια στιγμή το χαμόγελό του έλαμπε με τρόπο που δεν είχε ξαναδεί. Η Μαρία, ένα κορίτσι συνήθως ντροπαλό και αμίλητο, μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε μια μεγάλης φήμης τραγουδίστρια, που δεν άφηνε το μικρόφωνο από τα χέρια και όχι άδικα, μιας και η φωνή της ήταν πραγματικά αγγελική. Μα γιατί να μην την έχει ακούσει ξανά;  Η Αλίκη είχε αντικαταστήσει τη συνηθισμένη μαύρη της φόρμα, με ένα πριγκηπικό ροζ φόρεμα. Θα ορκιζόταν ο ίδιος πως η Αλίκη σιχαινόταν οποιοδήποτε άλλο χρώμα πέρα από το μαύρο και ιδιαίτερα το ροζ. Ενώ ο Γιώργος, ο Γιώργος, που έδειχνε όλο τον καιρό να απεχθάνεται τη γυμναστική και την απέφευγε, ίσως λόγω των παραπανίσιων κιλών του, είχε μετατραπεί σε έναν αστέρα του ποδοσφαίρου. Ακόμα και οι συνάδελφοι του φάνηκαν κάπως αλλιώτικοι. Είχαν αποβάλει τη μόνιμη αγωνία για θέματα εκπαίδευσης, αλλά και βιοπορισμού. Έδειχναν, ναι, δεν υπήρχε αμφιβολία,  χαρούμενοι. Η μάσκα της της έγνοιας, της αγωνίας και του άγχους είχε κάνει φτερά. Τα πολλά κι έντονα χρώματα σε συνδυασμό με τα στρας που τους είχαν κοσμήσει, έδιναν μια γροθιά στο στήθος του χειμώνα, του χειμώνα που διεκδικούσε μόνιμα μερίδιο στις ψυχές τους.

Πέρασαν οι μέρες, οι χοροί και τα καρναβάλια τέλειωσαν και ξημέρωσε μια μέρα κοινότυπη και βροχερή. Τα παιδιά χωμένα σε τζιν και μουντά φούτερ, οικεία στο μάτι πια ρούχα, περίμεναν στην τάξη μιας και ο καιρός δεν τους άφηνε άλλη επιλογή. Τέλος Φλεβάρη και ο χιονιάς έδειχνε τα δόντια του. Μετά από μια σειρά χασμουρητών, αναστεναγμών  και βαριεστημένων βλεμμάτων, τον είδαν να στέκει στην πόρτα και για λίγο πάγωσαν. Δεν μπορεί να ήταν ο καθηγητής τους αυτός. Η φαντασία ή η νύστα τους, τους έπαιζε παιχνίδια. Ένας ιππότης με ασημένια πανοπλία, καλογυαλισμένο ξίφος και ένα ξύλινο άλογο στεκόταν αγέρωχος μπροστά τους. Ανοιγόκλεισαν τα μάτια, με τη βεβαιότητα πως η εικόνα θα χαθεί, μα εκείνη παρέμεινε ατόφια. Κανείς δε σάλεψε. Αποσβολωμένοι όλοι παρέμεναν ακίνητοι στα θρανία τους. Κανείς δε γέλασε. Για κάποιο λόγο που ούτε τα ίδια γνώριζαν, ούτε μπορούσαν να εξηγήσουν, κανέναν στοιχείο της εικόνας δεν τους φαινόταν παράταιρο και αστείο. «Κύριε» είπε μόνο δειλά κάποιο, αλλά σώπασε αμέσως.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί περιμένετε μία μέρα από τις τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες  του χρόνου για να είστε ο εαυτός σας;» τους είπε εκείνος ήρεμα, αλλά σε έναν τόνο που δε σήκωνε αμφισβήτηση. Έδεσε έπειτα ήσυχα το άλογό του στην έδρα και άρχισε να γράφει στον πίνακα μαθηματικές εξισώσεις.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
«Νώε» - Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη στην Πάτρα

«Νώε» – Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη στην Πάτρα

Οι εκδόσεις Κίχλη και το βιβλιοπωλείο Πίξελ Books μας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Νώε» την Τετάρτη ...
Ρέα Γαλανάκη «Πού ζει ο λύκος;»

Ρέα Γαλανάκη «Πού ζει ο λύκος;»

Είναι λεπτή, σχεδόν αόρατη, η γραμμή που μετατρέπει εντός μας ένα σημαντικό βίωμα σε ιστορικό γεγονός. Χωρίς να την ενδιαφέρει ...
Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το χιόνι των Αγράφων»

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης «Το χιόνι των Αγράφων»

Κυκλοφορεί η τέταρτη έκδοση του μυθιστορήματος του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη «Το χιόνι των Αγράφων», ενός βιβλίου που επαινέθηκε από την κριτική, ...
«Μπρανκαλεόνε» - Νέο άλμπουμ από τον Παύλο Παυλίδη

«Μπρανκαλεόνε» – Νέο άλμπουμ από τον Παύλο Παυλίδη

«Ο μάγος Μπρανκαλεόνε θα μπορούσε να είναι κάποιο φανταστικό πρόσωπο. Όμως είναι απολύτως υπαρκτό. Πρόκειται για τον αγαπημένο μου φίλο ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 6 Άρθρα

Η Αθηνά Παπαργύρη γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Διακοπτό Αιγιαλείας. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Πάτρα ως μάχιμη εκπαιδευτικός, μαθηματικός MSc στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο αγοριών. - [email protected]

Back to Top