Τέταρτο
111 Προβολές

Τα σκοτεινά δάση


Advertisement


Αυτό που τον φόβιζε δεν ήταν να χαθεί στο δάσος. Του είχε ήδη τύχει. «Τύχει»; Το είχε σίγουρα επιδιώξει. Ένα μεσημέρι που μάζευε μανιτάρια. Απ αυτά τα μεγάλα τα πετρομανίταρα, τα μεγάλα ασπροκαφετί τεράστια με τα οποία έφτιαχνε μια απίθανης νοστιμιάς σούπα με λιωμένο τυρί μέσα που την συνόδευε πάντα με κόκκινο Μερλώ κρασί.

Την απολάμβανε να την μοιράζεται με την παρέα του, την Κοκκινοσκουφίτσα με τον φίλο και εραστή την τον κακό Λύκο, τον Κοντορεβιθούλη με τον φίλο του τον Ζακ γνωστό επιμελητή έργων τέχνης. Την παρέα της σπουδαίας αυτής μανιταρόσουπας συμπλήρωναν ο Ρομπέν των δασών μαζί με την Μάριον.Μερικές φορές ερχόταν μαζί τους και ο Λιτλ Τζων.

Advertisement

Το μεσημέρι λοιπόν εκείνο και ενώ είχε ήδη μαζέψει αρκετά steinpilzen, αφέθηκε στην ομορφιά, σε αυτόν τον έρωτα που είχε για τα δάση και ωσάν να σαγηνεύτηκε από τα θέλγητρα μιας πανέμορφης νεράιδας, την εμπιστεύτηκε και με κλειστά τα μάτια βρέθηκε κατά τις έξι το απόγευμα χαμένος μέσα σε ένα απόλυτα, σκοτεινό, αρχέγονο δάσος.

Το πρώτο που έκανε ήταν να ψάξει να βρει κάποια από τα κομμάτια ψωμιού που είχε τρίψει ο καλός του φίλος Κοντορεβιθούλης έτσι ώστε να βρει τον δρόμο του για το σπίτι του. Δεν γνώριζε βέβαια ότι είχε φαγωθεί και το τελευταίο ψίχουλο από τον φίλο του Λύκο στην προσπάθεια αυτοβελτίωσης που έκανε (μετά και από συστημική ψυχοθεραπεία που έκανε μαζί με την Κοκκινοσκουφίτσα, στον διαπρεπή Καρλ Γιούνγκ) ώστε να μεταμορφωθεί από ένα σαρκοφάγο τέρας σε ένα χορτοφάγο άγριο ζώο. Κάτι που επαίνεσε ιδιαίτερα τόσο η γιαγιά όσο και η μαμά της Κοκκινοσκουφίτσας που μαλιστα την εποχή εκείνη τα «ξαναβρήκε» με τον πρώην άντρα της και μπαμπά της Κοκιννοσκουφίτσας, κυνηγό του γνωστού παραμυθιού.

Advertisement

Επόμενη προσπάθεια του ήταν να βρει κάπου στην καρδιά του σκοτεινού αυτού δάσους το δεντρόσπιτο του Λιτλ Τζων, πρωτοπαλίκαρου του καλού του φίλου Ρομπέν. Μάταιη και αυτή του η προσπάθεια, αφού το βράδυ εκείνο ο Λιτλ Τζων μαζί με τον Ρομπέν και την Μάριον μοίραζαν στην φτωχή χώρα του δάσους του Σέργουντ, τα χρήματα, αλλά κυρίως τις μετοχές που είχαν κλέψει από το χρηματιστήριο αξιών του βασιλιά του Σέργουντ, του ψηφιακού εξαμβλώματος που άκουγε στο όνομα Βιρτσουάλης.

Μοναδική αλλά και ευτυχώς πραγματική κόρη του βασιλιά Βιρτσουάλη ήταν η Μάριον. Οι επόμενες δυο αδελφές της γεννήθηκαν από τρισδιάστατο εκτυπωτή, αφού ο πατέρας της είχε χωρίσει με την πραγματική της μητέρα και δημιούργησε ερωτική σχέση με την τελευταίας τεχνολογίας κούκλα-ανδροειδές, φτιαγμένη από πραγματικούς ανθρώπινους ιστούς δημιουργημένους σε εργαστήρια νανοτεχνολογίας.

Advertisement

Αυτό που τον απασχολούσε μα περισσότερο τον φόβιζε δεν ήταν το ότι είχε χαθεί στο δάσος, αλλά το ότι είχε χαθεί σε ένα σκοτεινό δάσος. Και επίσης το γεγονός ότι θα έπρεπε να βρει ένα ασφαλές μέρος για να περάσει το βράδυ του.

Βρήκε ένα δέντρο, μια βελανιδιά. Ανέβηκε πάνω της και βρήκε ένα πλατωματάκι από τέσσερα χοντρά κλαριά. Κάθισε με προσοχή και κοίταξε ψηλά στον ουρανό. Καθώς μετακινήθηκε για να δει κάτι από το φεγγάρι, έστω κάποια αστέρια, παραπάτησε, έχασε την ισορροπία του και άρχισε να πέφτει κάτω.

Την στιγμή που με το κεφάλι ήταν έτοιμος να σπάσει τον σβέρκο του, σχεδόν ήταν νεκρός, τινάχθηκε στον μπλέ από το ΙΚΕΑ καναπέ του γιατί χτύπησε το δυνατό κουδούνι του διαμερίσματος του. Ο ντελιβεράς του έδωσε στα χέρια την πίτσα με τα μανιτάρια.

– Να εδώ είναι και το ψωμί που παραγγείλατε, του συμπλήρωσε ενώ το ύψος του δεν θα ήταν παραπάνω από 1,55.
– Ευχαριστώ πολύ είπε αυτός και τον πλήρωσε δίνοντας του ένα γενναίο φιλοδώρημα.
– Μα είναι πολλά του αποκρίθηκε ο νεαρός.
– Είναι εντάξει φίλε, πληρώνει ο Ρομπέν, του απάντησε σαν ναρκωμένος.
– Το κρασάκι σας μην ξεχάσετε, το Μερλώ είναι στην σακουλίτσα. Γεια σας, και εξαφανίστηκε στην νυχτερινή ζούγκλα της πόλης.

Αυτός άνοιξε το κουτί της πίτσας δίπλα στο βιβλίο – συλλογή των παραμυθιών των αδελφών Γκριμ και σαν ναρκωμένος συνέχισε να παρακολουθεί τις ειδήσεις στην ανοικτή τηλεόραση.

Ο σκοτεινός μπλε καναπές τον «ξαναρούφηξε» μετά την άτακτη και αγχωτική μανιταροπιτσοφαγία του και τον βρήκε πάλι να κοιμάται επάνω του με ανοικτό στόμα που μύριζε έντονα από κόκκινο κρασί Μερλώ.

Αυτό που τον φόβιζε δεν ήταν να χαθεί στο δάσος, αλλά να χαθεί ένα βράδυ σε ένα σκοτεινό δάσος.

Advertisement

Advertisement

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

Advertisement

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 146 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. [email protected]

Advertisement

Back to Top