Τέταρτο

«Το Γεγονός» της Οντρέ Ντιγουάν: Η μακρινή εποχή των απαγορευμένων εκτρώσεων που επιστρέφει


“Το Γεγονός” (“L’ événement”).
Σκηνοθεσία: Οντρέ Ντιγουάν.
Πρωταγωνιστούν: Αναμαρία Βαρτολομέι, Λουάνα Μπαϊραμί, Σαντρίν Μπονέρ, Άννα Μουγκλαλίς.
Γαλλία, 2022.

Μια πυρωμένη βελόνα πλεξίματος, η εισαγωγή της στη μήτρα, και μετά, μόνο το πρόσωπο της αποφασισμένης Ανί: ποια εποχή ήταν εκείνη που οι γυναίκες κατέφευγαν σε τέτοιες μεθόδους ώστε να διακόψουν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, όταν η έκτρωση σήμαινε φυλάκιση για τη γυναίκα, τον γιατρό και τον πολίτη που είχε συνδράμει;

Ήταν η εποχή που οι εκτρώσεις γίνονταν σε σπίτια χωμένα σε σοκάκια και η γυναίκα έπρεπε να πνίγει τις κραυγές του ανυπόφορου πόνου. Ήταν τότε που συνηθιζόταν η χρήση χλωρίνης στη μήτρα ώστε να προκληθεί απόρριψη του εμβρύου, συχνά με θανατηφόρα κατάληξη, ενώ όσες στέκονταν τυχερές, μάθαιναν για τις νοσοκόμες που χρησιμοποιούσαν καθετήρα- πληρώνοντας αδρά, όπως η Ανί: πόσες, όμως, δεν είχαν τα απαιτούμενα χρήματα κι αναγκάστηκαν να γεννήσουν;… Ήταν τότε που οι επαγγελματίες γιατροί (άντρες, στην ταινία) αρνούνταν να κάνουν αμβλώσεις- σε ασφαλέστερες συνθήκες, βέβαια, σε σχέση με όσες γίνονταν παράνομα- ενώ πολλοί απ’ αυτούς συνταγογραφούσαν χάπια ενδυνάμωσης του εμβρύου, λέγοντας ψέματα στις εγκύους ότι τις έδιναν χάπια πρόκλησης περιόδου, τιμωρώντας τες θαρρείς, επειδή σήκωναν κεφάλι στον νόμο. Κι αν η γυναίκα νοσηλευόταν σε δημόσιο νοσοκομείο λόγω επιπλοκών, εξαρτιόταν από τη βούληση των γιατρών (αντρών, όπως υπονοείται) να γράψουν  “αποβολή” αντί “έκτρωση” στη γνωμάτευσή τους ώστε να αποφύγει τη φυλάκιση.

Ήταν η εποχή που η κοινωνία είχε ιδεολογικοποιήσει τον φόβο των ποινικών συνεπειών και πίστευε ότι η γυναίκα που έμενε έγκυος, όφειλε να γεννήσει, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες μιας αποκλειστικά δικής της απερισκεψίας- ο καταναγκασμός της γέννησης ταυτιζόταν με την ηθική ενώ η επιθυμία για έκτρωση, με την ανηθικότητα. Ήταν τότε που η εγκυμοσύνη της 18χρονης Ανί προκαλούσε έναν απροσδιόριστο φόβο στις κολλητές της “να μην μπλέξουν”, εγκαταλείποντάς την- ο φόβος του νόμου και των συνεπειών του, εξουδετέρωνε το αίσθημα δικαίου, τη ντροπή για την υποταγή στο άδικο και για την προδοσία της φίλης. Οι αναγκαίες δικαιολογίες απέναντι στον άλλον, και στον εαυτό, ήταν ήδη έτοιμες (πάντα είναι έτοιμες): Γιατί δεν πρόσεξε η Ανί; Πως μπορεί να ζητάει τη βοήθειά μας;


Έχοντας προτιμήσει να μείνει μόνη με έναν νέο ορισμένες φορές, η Ανί χαρακτηρίζεται “πουτάνα” από τις συμμαθήτριες της: ο φόβος μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης οδηγούσε στη σεξουαλική στέρηση και η καταπίεση της επιθυμίας πάντα προκαλεί φθόνο για όποιον βιώνει τις δικές του, που διαστρέφεται σε μια αυτοϊκανοποιητική πεποίθηση ηθικής ανωτερότητας. Ένας φίλος, μαθαίνοντας ότι η Ανί είναι έγκυος, την πιέζει να κάνουν έρωτα λέγοντας ότι δεν έχει πια να φοβηθεί κάτι περισσότερο κι ότι αφού “είναι απ’ αυτές”, τότε γιατί όχι και μαζί του;- μέσα από το κοινωνικό πλεονέκτημα του φύλου, η αντρική ερωτική επιθυμία εξωτερικεύεται σαν δικαιολογημένη απαίτηση να ικανοποιηθεί από τη γυναίκα, θίγοντας την ηθική υπόστασή της, επιχειρώντας να ενοχοποιηθεί γι’ αυτήν (στις κοινωνίες των ανισοτήτων πάντα παράγονται τέτοιες νοοτροπίες). Και ο νεαρός εραστής της, που μένει σε άλλη πόλη, σκέφτεται τις επιπτώσεις της εγκυμοσύνης μόνο στη δική του ζωή.

Η μητέρα της, ιδιοκτήτρια επαρχιακού μπαρ, μέσα στο ενδιαφέρον της για τις εξετάσεις τής Ανί στο πανεπιστήμιο, υποδηλώνει τον φόβο ότι το παιδί της δεν θα σταθεί άξιο, τόσο του θαυμασμού της όσο και της χαρισματικότητάς του ενώ στη σύγκρουσή τους, αναπαράγει το  δόγμα των αστικών κοινωνιών ότι “δεν μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις στη ζωή”, μέσω του οποίου εμπεδώνεται ότι η επιθυμία της ελευθερίας ταυτίζεται με τον ατομικισμό- πως, όμως, ένα παιδί να ανοιχτεί στον γονιό όταν αυτός θέλει να  επιβάλλει την ιδέα της αυθεντίας του και το κοινωνικό πρότυπο ότι κάθε προσωπική κλίση πρέπει να εξαργυρώνεται όσο το δυνατόν περισσότερο, πως η Ανί να της μιλήσει για την εγκυμοσύνη όταν εκείνη θα ενδιαφερόταν πιο πολύ για τον κίνδυνο να χαθεί η δυνατότητα σπουδών και κοινωνικής ανέλιξης- η Ανί περιγράφει την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη σαν ασθένεια που “προσβάλλει μόνο τις γυναίκες και τις μετατρέπει σε νοικοκυρές” (ωστόσο, η σχέση τους κι ο χαρακτήρας της μητέρας δεν εμβαθύνονται). Και στο ενδιαφέρον του καθηγητή για τις μειωμένες επιδόσεις της, υφέρπει, μέσω της θέσης εξουσίας του απέναντι στη νεαρή υποψήφια φοιτήτρια, η απαίτηση για αποκάλυψη των λόγων, έχοντας θαρρείς προσωποποιήσει αυτήν την κάμψη της. Ένας πατριαρχικός κόσμος που έχει εσωτερικευθεί ως μια αναπόδραστη πραγματικότητα και από τις γυναίκες.


Η Ντιγουάν σκηνοθετεί την ταινία σαν θρίλερ όπου η Ανί  αντιμετωπίζει επιπλέον το ανελέητο πέρασμα του χρόνου, πριν το έμβρυο μεγαλώσει τόσο που η επέμβαση καταστεί ανέφικτη. Με την κάμερα στο χέρι και με την Ανί σε κάθε πλάνο, σαν σύμβολο του ανθρώπου που αγωνίζεται να απαλλαγεί από κάθε εξωτερικό έλεγχο πάνω στο σώμα και τη συνείδησή του, και παρά τη σχεδόν αποδραματοποιημένη ατμόσφαιρα, αγωνιούμε όλο και περισσότερο, αισθανόμαστε ανυπόφορα, η ανάσα μας κόβεται κι ας μην απεικονίζονται όσα γίνονται στο γυναικείο σώμα κατά τις επεμβάσεις: γιατί, σήμερα που τα κατοχυρωμένα δικαιώματα αυτοδιάθεσης απειλούνται από απαγορεύσεις εκτρώσεων και θεωρίες περί αγέννητων παιδιών, επιδιώκοντας τον έλεγχο της εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα μέσω του αξιώματος ότι ο προορισμός του είναι η μητρότητα, πρέπει να μην μπορούμε να αποτραβήξουμε τα μάτια μας από το σοκ που προκαλούν αυτές οι εικόνες του πόνου και των κινδύνων της Ανί.

Η συμβολή της ερμηνείας της Βαρτολομέι στον ρόλο της Ανί, είναι καθοριστική. Χωρίς συναισθηματικές υπερβολές, το βλέμμα της πότε κατακεραυνώνει, πότε εκφράζει βουβή απόγνωση ζητώντας βοήθεια χωρίς να χάνει την αξιοπρέπειά της και πότε διεκδικεί τολμηρά, πάντα κοιτάζοντας αφοπλιστικά τον άλλον μέσα στα μάτια. Μας μεταδίδει ψύχραιμα την ανυποχώρητη διάθεσή της να απαλλαγεί από τη σκλαβιά της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης με κάθε κόστος. Και, χωρίς να χάνει την ανθρωπιά της (“Οι φίλοι μου δεν είναι φριχτοί, είναι απεγνωσμένοι”), η σθεναρή στάση της προκαλεί μικρές ρωγμές στο τείχος του φόβου που φυλακίζει ορισμένους, εμπνέοντας τη συμπαράστασή τους, έστω και στα κρυφά (ωστόσο, δεν αναπτύσσονται σαν χαρακτήρες, μένοντας στο επίπεδο του τύπου).

Ήταν η εποχή της δεκαετίας του 1960 στην Γαλλία όπου οι αμβλώσεις νομιμοποιήθηκαν το 1975, μετά τους αγώνες του γυναικείου κινήματος στον απόηχο του Μάη του ’68. Όμως, στις μέρες μας, το συγκεκριμένο ανθρώπινο δικαίωμα έχει μπει στο στόχαστρο καθώς ο νεοπουριτανισμός το έχει καταργήσει σε ορισμένες περιοχές. Οι εικόνες των ανθρώπων της ταινίας που δυσφορούν ενάντια σε όποιον αντιδρά ή φοβούνται να σταθούν δίπλα του, παραμένουν επίκαιρες, γίνονται ο καθρέφτης της διαχρονικής παθητικότητας κάθε κοινωνίας, εσωτερικεύοντας τα αξιώματα κάθε εξουσίας που διαχωρίζουν τους πολίτες μεταξύ τους. Είναι επείγουσα η ανάγκη να δούμε αυτήν την ταινία.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 136 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top