Τέταρτο
30 Προβολές

«Το γεράκι του φυστικοβούτυρου» – Ένα πιστό αντίγραφο μιας αληθινής συγκίνησης




«Το γεράκι του φυστικοβούτυρου» (The peanut butter falcon)
Σκηνοθεσία: Τάιλερ Νίλσον, Μάικλ Σουόρτζ
Πρωταγωνιστούν: Σάια ΛαΜπέφ, Ζακ Γκοτσέιγκεν, Ντακότα Τζόνσον.
Η.Π.Α. 2019

Ένας νέος άντρας με σύνδρομο down θέλει να δραπετεύσει από το γηροκομείο όπου είναι εγκλεισμένος. Το όνειρό του είναι να εκπαιδευθεί σε μια σχολή κατς (το γνωστό είδος επαγγελματικής πάλης). Αγωνιώδης η αναζήτησή του από την κοινωνική λειτουργό: η κοινά αποδεκτή πεποίθηση ότι κάθε άνθρωπος που φέρει αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι ικανός να φροντίζει τον εαυτό του, επιβάλλει την ανάγκη της διαρκούς επίβλεψής του. Αυτός ο άντρας είναι κοινωνικά στιγματισμένος εξαιτίας της σωματικής του διάπλασης, του τρόπου ομιλίας του, του απλανούς βλέμματός του που όμως σε ταράσσει εσωτερικά όταν σε κοιτάζει αφοπλιστικά μέσα στα μάτια και της αστραπιαίας αλλαγής των εκφράσεων του προσώπου του, από το αβίαστο χαμόγελο που εκφράζει μια, μόνιμη θαρρείς, εσωτερική διάθεσή του έως την απογοήτευσή του από τη συμπεριφορά των άλλων. Είναι στιγματισμένος εξαιτίας των συγκεκριμένων παρεκκλίσεων του από το συνηθισμένο, το γνώριμο. Η κανονικότητα της κοινωνίας θεωρεί ότι αυτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά συνιστούν κατ’ ανάγκη πάθηση και ότι εγκλείοντάς τον σε κάποιο, οποιοδήποτε, ίδρυμα, προστατεύεται. Από τι; Από τη ζωή που διψάει να μάθει μόνος του, από την επιθυμία του για επικοινωνία και σχέσεις με άλλους ανθρώπους, για εργασία, για γιορτασμούς.

Από την καθημερινή, ανιαρή ακινησία του ιδρύματος, στους λαχανιασμένους δρασκελισμούς του και στις περιπλανήσεις σε άγνωστες, ατέλειωτες εκτάσεις, ψάχνοντας τη σχολή του κατς. Από την ασφυκτική ασφάλεια του ιδρύματος, στην ελευθερία των ανοιχτών οριζόντων, των τοπίων με τους απέραντους βάλτους, τις ερημικές παραλίες, τα ποτάμια και τις καταπράσινες πεδιάδες στο Νότο των Η.Π.Α. Αποζητώντας, όμως, συνοδοιπόρο, φιλαράκι, αδερφό που βρίσκει στο πρόσωπο ενός άλλου νέου, μοναχικού άντρα, που προσπαθεί να βάλει σε μια τάξη τη ζωή του και τον οποίο αναζητούν για μια φωτιά που έβαλε στις εγκαταστάσεις μιας μικρής αλιευτικής εταιρείας, εκδικούμενος για την απόλυσή του επειδή ψάρευε παράνομα. Συνδέονται μεταξύ τους αυτοί οι τόσο διαφορετικοί άνθρωποι επειδή είναι κι οι δυο τους κυνηγημένοι. Και, ανθίζει η οικειότητα, η αλληλεπίδραση, η αβίαστη κατάρρευση των προκαταλήψεων, χωρίς πάταγο παρά, θαρρείς, μέσα σε μια στιγμή, σαν κάτι που τόσο πιο μαγικό μας φαίνεται όσο πιο ξεχασμένη είναι η ανθρωπιά μας.


Όμως, αυτή η μαγεία ή η επανάκτηση της δυνατότητας να βλέπεις επιτέλους καθαρά, να συναισθάνεσαι τον άλλον κι όχι μονάχα να συνυπάρχεις μαζί του μέσα από μιαν ηθική υποχρέωση, σ’ αυτήν εδώ την ταινία ενδύονται τη συνήθη μορφή των ταινιών παραγωγής Η.Π.Α., εκείνη του παραμυθιού με το βέβαιο happy end, που θα ήταν αληθινά happy αν οι ήρωες περνούσαν μέσα από χίλια κύματα και κινδύνους αποτινάσσοντας βολικά στερεότυπα, προκατασκευασμένα συναισθήματα και έτοιμες απαντήσεις, ενώ, αντίθετα, είναι ένα τεχνητό happy end καθώς βασίζεται σε μια αποχαυνωτική πίστη για την τελική νίκη του καλού, για το ότι η αγάπη πάντα νικάει κι όλα τα κακά σκορπάει, για την επικράτηση μιας συμπαντικής δικαιοσύνης. Έτσι, αυτό πια που απομένει σ’ εμάς να πράττουμε, δεν είναι τίποτα περισσότερο από το ν’ ακολουθούμε το δρόμο του καλού, αυτόν που ορίστηκε κάποτε από κάποιες αυθεντίες, ώστε στο τέλος ν’ ανταμειφθούμε με την επέμβαση κάποιων αόρατων, ανώτερων δυνάμεων που θα καταλύσουν κάθε αδικία και πόνο. Ένα παραμύθι για βαθιά τρομαγμένους ενήλικες που έχουν ανάγκη της παρηγοριάς ότι, με κάποιον τρόπο, όλα θα πάνε καλά στο τέλος: η γλυκύτητα των feelgood movies (οι δύο ήρωες συνδέονται ως κυνηγημένοι κι οι δύο αλλά ο ένας γιατί αποζητάει την ελευθερία που του στερούν ενώ ο άλλος, γιατί έκαψε το βιος κάποιων μεροκαματιάρηδων πάνω στο θυμό του, αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία στην ταινία αφού δεν είναι κακός άνθρωπος κατά βάθος παρά μόνον ευέξαπτος, και λες κι εξαγνίζεται μπροστά στα μάτια μας καθώς εκτυλίσσεται η δράση), η δύναμη της θετικής ενέργειας κι η ανάγκη της εξάσκησης σ’ αυτήν, η δύναμη του αισθήματος της αγάπης (σαν η αγάπη να’ ναι ένα συναίσθημα κι αυτό, έστω πιο μεγάλο από τα υπόλοιπα), η άποψη ότι όλα εξαρτώνται από σένα, φτάνει να κάνεις το σωστό- κι ας μην είναι το αληθινό.


Και σ’αυτήν εδώ την ταινία επικρατεί αυτή η γνώριμη ατμόσφαιρα made in U.S.A., σαν μια μεθυστική αχλή από τη συνένοχη αποδοχή μας της βεβαιότητας για την ευτυχή έκβαση. Όλα τα κλισέ περί αγάπης, εγωισμού, αλληλεπίδρασης, ψυχικού ανοίγματος και άμεσων εσωτερικών αλλαγών, όλα είναι παρόντα, μεταδίδοντάς μας το πιστό αντίγραφο μιας αληθινής συγκίνησης, την έντεχνα κουκουλωμένη έκπτωσή της στο συναισθηματισμό.

Οι ερμηνείες είναι φυσικές, σε χαρακτήρες, όμως, που δεν σκιαγραφούνται. Βραδινοί ύπνοι στην ύπαιθρο κοντά στα ποτάμια, συναντήσεις με άγνωστους ανθρώπους, έλλειψη χρημάτων, τίποτα απ’ όλα αυτά στην ταινία δεν δημιουργεί κάποια επικίνδυνη κατάσταση για τους ήρωες. Οι συγκρούσεις μεταξύ τους έχουν τέτοια ηπιότητα που δεν μπορεί να σβήσει το χαμόγελο του θεατή, θαρρείς και μέσα στα κύτταρά τους είναι εγγεγραμμένη μια απαράβατη δέσμευση για την άμεση εκτόνωση κάθε τεταμένης ανθρώπινης κατάστασης: για να λειτουργήσουν όλα αυτά, χρειάζεται μόνο ένα είδος τυφλής πίστης του θεατή στη θετικότητα των προθέσεων των ηρώων. Και καθώς κι άλλοι χαρακτήρες πλαισιώνουν το ζευγάρι των κυνηγημένων ηρώων, τόσο περισσότερο εισχωρεί η ηθικολογία και όλο και αποδυναμώνεται η κριτική μας σκέψη μέσα σε τόση θετικότητα. Απομένει στη θύμησή μας η ερμηνεία του Ζακ Γκοτσέιγκεν στο ρόλο του νέου με σύνδρομο down, ενός ανθρώπου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά στην πραγματικότητα, καθώς η ερμηνεία του μας μεταδίδει τη λαχτάρα του να ζήσει όπως όλοι οι άλλοι, την ψυχική ανοιχτωσιά του σαν απόρροια αυτής της λαχτάρας του, σε πείσμα της αντιμετώπισής του σαν “καθυστερημένος” από τους άλλους, είτε με ευγενικό τρόπο είτε προσβλητικά. Στο τέλος, βγαίνουμε από την αίθουσα με κείνη την αίσθηση ενός πνευματικού μουδιάσματος, όταν οι δυο ώρες δεν έχουν περάσει άσχημα, χωρίς όμως να νιώθουμε και κάποια ευχαρίστηση.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 70 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top