tetartopress

«Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» – Η απεικόνιση ενός υπαρξιακού ωρολογιακού μηχανισμού στην εποχή του ναζισμού


“Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού” (Obchod na korze / The shop on main street).
Σκηνοθεσία: Γιαν Καντάρ και Ελμαρ Κλος.
Πρωταγωνιστούν: Ζόζεφ Κρόνερ, Ίντα Καμίνσκα.
Τσεχοσλοβακία, 1965.

Μαθαίνοντας τον διορισμό του ως επίτροπος ενός εβραϊκού μαγαζιού από τον γαμπρό του, έναν αξιωματικό των ναζί, ο Τόνο περισσότερο σκέφτεται ότι η σύζυγός του θα πάψει να τον προσβάλλει για τα πενιχρά εισοδήματά του από τις ξυλουργικές εργασίες όσο κι αν δεν πολυνοιάζεται για τα χρήματα. Χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την πολιτική, δεν συμπαθεί τη ναζιστική διοίκηση της πόλης του αλλά το εξωτερικεύει όταν πίνει, σατιρίζοντας τον Χίτλερ. Είναι ένας χαμηλών τόνων άνθρωπος, χωρίς κακές προθέσεις που αγαπάει τη δουλειά του και την παρέα τού σκύλου του.

Ο Τόνο δεν θα ‘θελε να στερήσει την κυριότητα του μαγαζιού από την ηλικιωμένη κυρία Λαουτμάννοβα (διορίζοντας επιτρόπους, οι ναζί μεταβίβαζαν τις εβραϊκές περιουσίες σε πολίτες των κρατών που είχαν κατακτήσει). Λόγω της ανθρωπιάς του, επιλέγεται από την τοπική εβραϊκή κοινότητα να υποδυθεί τον επίτροπο έναντι μιας αμοιβής που την δηλώνει σαν εισόδημα του μαγαζιού στη σύζυγό του, παίζοντας τον ίδιο ρόλο. Μαθαίνοντας ότι η κοινότητα στηρίζει την Λαουτμάννοβα επειδή το μαγαζί δεν είναι προσοδοφόρο και συγχρωτιζόμενος με τους Εβραίους, ο Τόνο αισθάνεται πιο κοντά μ’ αυτούς παρά με τους Σλοβάκους συμπατριώτες του που οι περισσότεροι προσβλέπουν στην αρπαγή της Εβραϊκής περιουσίας, σιωπούν μπροστά στις διώξεις τους και παρακολουθούν σαν θέαμα τις συλλήψεις τους με την κατηγορία της παραβίασης των ναζιστικών νόμων. Έχει προηγηθεί η εμπέδωση της φασιστικής προπαγάνδας ότι οι Εβραίοι είναι φορείς του κακού- όταν η πλειοψηφία των πολιτών μιας κοινωνίας εσωτερικεύει την προπαγάνδα της εξουσίας που εκθειάζει τη φυλετική, θρησκευτική ή πολιτισμική διαφορά της σε σχέση με άλλες ομάδες ανθρώπων, τότε πιστεύει ότι αυτή η ξεχωριστή ταυτότητά της κινδυνεύει να αλλοιωθεί από τους “ξένους”, υποστυλώνοντας ψυχικές ελλειμματικότητές της, καταδικάζει κάθε αντίδρασή τους ενάντια στις αρχές ταυτίζοντας τη δική της τυφλή υπακοή με την τάξη, τους θεωρεί υπεύθυνους για τα δεινά που υπόκεινται, επιδεικνύει ανοχή έως ότου οι συνθήκες επιτρέψουν το ξέσπασμά της σαν μίσος εναντίον τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν βλέπουμε Σλοβάκους (πλην ενός) να προβληματίζονται πως τόσα χρόνια συνύπαρξης με τους Εβραίους, δεν είχαν αντιληφθεί τις διαβολικές ιδιότητες που τους καταμαρτυρούσαν οι ναζιστές- όπως συνέβη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.


Πόσοι, άραγε, απ’ όσους συγχρωτίστηκαν με Εβραίους εκείνους τους καιρούς, εμπιστεύτηκαν την προσωπική τους εμπειρία αποτινάσσοντας τη μισαλλοδοξία; Αντέχουμε την αποδόμηση πεποιθήσεων που έχουμε εσωτερικεύσει σαν θέσφατα, για τον δικαιολογημένο στιγματισμό των “ξένων”- την αποδόμηση του γνωστού μας εαυτού με τις κληρονομημένες βεβαιότητες από την κοινωνική μας διαμόρφωση; Ζώντας τους Εβραίους, ο Τόνο ακούει τις αγωνίες τους, εξηγεί την ξυλουργική στα Εβραιόπουλα που τον αποκαλούν “θείο”, νοιάζεται την Λαουτμάννοβα που τον φροντίζει σαν γιο της μαγειρεύοντάς του καθημερινά (αγνοώντας τον λόγο της παρουσίας του εκεί) και την βοηθά στο μαγαζί ενώ επισκευάζει τα έπιπλά της χωρίς αμοιβή. Αισθάνεται σαν γιος της- και, στα όνειρά του, σαν σύζυγός της, φορώντας τα ρούχα εκείνου που του έχει προσφέρει η γυναίκα, αχρησιμοποίητα πια μετά τον θάνατό του στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο μεσήλικας ανθρωπάκος υπερβαίνει τις δυσκολίες στην επικοινωνία με την έμπλεη σοφής καλοσύνης ηλικιωμένη λόγω τής βαρηκοΐας της, μέσω τής οποίας εκείνη ζει παράλληλα σ’ έναν άλλον κόσμο όπου παρερμηνεύει τα λόγια του καταλαβαίνοντας άλλα αντ’ άλλων και, κυρίως, δεν αντιλαμβάνεται τους ναζιστικούς κινδύνους- σαν καταφύγιο όπου δεν χωράει το κακό. Διαισθάνεται, ωστόσο, την ανάγκη του Τόνο για την πίστη της στο καλό και για την άγνωστη πλευρά της ζωής με τη θέρμη των σχέσεων.

Τις κρίσιμες ώρες, είναι πάντα αρκετή η κατανόηση των σκοπιμοτήτων που εξυπηρετούν οι διαχωρισμοί ανάμεσα στους ανθρώπους ώστε να πράξουμε το δίκαιο κι ανθρώπινο ενάντια στο άδικο και το απάνθρωπο που επιβάλλεται με την ισχύ των όπλων; Παρά όσα τού υπαγορεύει η συνείδησή του, παρά την αγάπη του για την Λαουτμάννοβα, θα τολμήσει ο Τόνο να την προστατεύσει κατά την απέλαση των Εβραίων, ν’ αντιμετωπίσει τους κινδύνους για τη ζωή του καθώς δεν ξεχνάει ότι αγνοείται η τύχη εκείνου που εκτιμούσε από τότε που τον έσερναν ξυλοδαρμένο με την ταμπέλα “λευκός Εβραίος” επειδή είχε παραβεί τους ναζιστικούς νόμους συνδράμοντας τους Εβραίους; Πότε παραλύει ο φόβος και πότε αφυπνίζει; Συρρικνώνεται, άραγε, η καλοσύνη στην ηπιότητα, την ανεκτικότητα, την άβουλη συμβιβαστικότητα, σε μια θρησκευτικής φύσης αρετή; (ο Τόνο είναι πιστός χριστιανός, όπως υπονοείται). Δεν είναι λειψή η ανθρωπιά που δεν μάχεται, δεν συστρατεύεται στον αγώνα κατά του εκφασισμού της κοινωνίας, δεν είναι μισή χωρίς τη θαρραλέα επίγνωση των φόβων; Θα βρει το κουράγιο να υπερβεί την αυτοαντίληψή του ότι είναι “ένα τίποτα”;- μέσω αυτής, άραγε, η συνείδηση πασχίζει να αποκτήσει μια υπόσταση ή δικαιολογεί την αβουλία; Θα φταίει αν την παραδώσει στους ναζί καθώς οι εξαγγελίες τους, οι παράλογες τιμωρίες και οι συνθήκες της απέλασης προοιώνιζαν μια πολύ σκληρή στάση προς τους Εβραίους (έστω κι αν δεν ήταν ακόμα γνωστές οι μαζικές θανατώσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης) ή δεν θα φταίει; Υπάρχει διαβάθμιση στην ευθύνη μας για όσα πράττουμε και δεν πράττουμε;


Το ηθικό δίλημμα του Τόνο και η εσωτερική του πάλη, σαν ένας ωρολογιακός μηχανισμός να έχει ενεργοποιηθεί στη συνείδησή του, απεικονίζεται με τόση συναισθηματική ένταση που το σώμα μας δεν αλλάζει στάση ούτε στιγμή: από την αποφασιστικότητα ν’ αντισταθεί έως την αποφασιστικότητα να σώσει τον εαυτό του και τανάπαλιν, από την πίστη στην απελπισία μέσα σε μια στιγμή, από τον εγωισμό στην ενοχή, από τις ικεσίες του στην Λαουτμάννοβα να συναινέσει στην παράδοσή της έως τις προσβολές ότι προσποιείται την βαρήκοη, καθιστώντας την υπεύθυνη για το δράμα του, προβάλλουμε αυτά τα ερωτήματα στον εαυτό μας. Οι αγωνιώδεις έγχορδοι ήχοι της μουσικής επένδυσης, τα σκοτεινά πλάνα, κυρίως η συνταρακτική ερμηνεία του Ζόζεφ Κρόνερ, συμβάλλουν σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα του δεύτερου μέρους που ακολουθεί το πιο ανάλαφρο πρώτο (όπου υποβόσκει, ωστόσο, η απειλή) με το ιδιαίτερο χιούμορ αυτής της κινηματογραφικής σχολής όπου υφέρπει η ειρωνεία, με τα χαρακτηριστικά πλάνα των πελαργών που φροντίζουν τους νεοσσούς τους κι εκείνα του πρώτου πετάγματός τους, παρατηρώντας από ψηλά φυλακισμένους ανθρώπους να κινούνται σ’ έναν στενό χώρο και τους ανθρώπους έξω από τη φυλακή, απαθείς για τους πρώτους, να στριμώχνονται στον κεντρικό δρόμο ώστε να δουν και να τους δουν,  υπογραμμίζοντας την απομάκρυνσή μας από τη φυσική κατάσταση. Και, παρά έναν διδακτισμό στα λόγια της ηλικιωμένης γυναίκας και την αποδυνάμωση της ατμόσφαιρας από το ονειρικό κλείσιμο, μας μένουν αξέχαστες η συγκλονιστική απεικόνιση του ψυχισμού του κεντρικού ήρωα και η συγκινητική σχέση του με την “ξένη” σε απάνθρωπους, τραγικούς καιρούς.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Γιάννης Χριστοδουλόπουλος και Eλπίδα

Ο Γιάννης Χριστοδουλόπουλος με την Ελπίδα στο Θέατρο Μπέλλος

Μετά την συνεργασία τους στην τηλεοπτική σειρά «Τα καλύτερα μας χρόνια» η Ελπίδα και ο Γιάννης συναντιούνται ζωντανά στη σκηνή του θεάτρου ...
Πάνος Βλάχος

Ο Πάνος Βλάχος live στο Σταυρό του Νότου

Ο Πάνος Βλάχος έρχεται ζωντανά στο Σταυρό του Νότου για να μας πει «Ιστορίες με χαρά - Φτερά - Και ...
Αποδομημένος Shakespeare

Γιάννης Βασιλώττος: «Αποδομημένος Shakespeare»

Ο Γιάννης Βασιλώττος παρουσιάζει τον προσωπικό δίσκο του με τίτλο "Αποδομημένος Shakespeare", που κυκλοφορεί σε CD από το Ogdoo Music ...
Microcosmos: Federico Albanese

Microcosmos: Federico Albanese στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Στον κύκλο συναυλιών του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ) με τίτλο Microcosmos, με καλεσμένους σύγχρονους συνθέτες κλασικής μουσικής από τη ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 152 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top