Τέταρτο

«Το μονοπώλιο της βίας» του Νταβίντ Ντιφρέν – Ποια τάξη προστατεύουν οι δυνάμεις της τάξης;


«Το μονοπώλιο της βίας» (The monopoly of violence  / Un pays qui se tient sage- μετάφραση: “Μια χώρα που διατηρεί τον εαυτό της σοφό”)
Σκηνοθεσία: Νταβίντ Ντιφρέν
Γαλλικό ντοκιμαντέρ παραγωγής 2020
Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ, βραβεία Λυμιέρ 2021

* 12ο παγκόσμιο online φεστιβάλ γαλλόφωνου κινηματογράφου My French Film Festival που θα προβάλλεται στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Cinobo έως τις 14/2/2022.

Την εποχή των διαδηλώσεων των Κίτρινων Γιλέκων με αιτήματα, μεταξύ πολλών άλλων, να μην υπάρχουν άστεγοι, δίκαιο σύστημα φορολογίας, τερματισμό των πολιτικών λιτότητας και ανθρώπινη μεταχείριση όσων αιτούνται ασύλου, ο Εμμανουέλ Μακρόν δήλωνε εμφατικά σε μια ανοιχτή συζήτηση με πολίτες: «Οι διαδηλωτές κατέστρεψαν, απείλησαν και χτύπησαν τις δυνάμεις της τάξης, δηλαδή τους ανθρώπους που σας προστατεύουν. Είναι απαράδεκτο να μιλάτε για “καταστολή και αστυνομική βία” σε ένα κράτος δικαίου». Όπερ έδει δείξαι: επικαλούμενος τις κυριολεκτικές έννοιες των λέξεων, ο Μακρόν διέστρεφε την καθημερινή εμπειρία της πραγματικότητας. Στην επόμενη σεκάνς της ταινίας, η μητέρα ενός διαδηλωτή που έχασε το μάτι του από την αστυνομική βία, απαντά στον Γάλλο πρόεδρο από το νοσοκομείο: «Πόσοι ακόμα πρέπει να ακρωτηριαστούν ώστε να καταλάβετε ότι δεν ακούτε αυτά που ζητούν οι άνθρωποι; Δεν νιώθω θυμό ή μίσος, δεν σας θεωρώ άξιο για τον θυμό και το μίσος μου, νιώθω αηδιασμένη».


Στις εικόνες βίας που μετέδιδαν τα ΜΜΕ, χωρούσαν μόνο εκείνες όπου οι διαδηλωτές κυνηγούσαν αστυνομικούς, τούς πετούσαν πέτρες από απόσταση ασφαλείας ή τούς έριχναν από τις μηχανές τους. Ό,τι περίσσευε απ’ αυτές τις εικόνες, δημοσιοποιόταν στο YouTube και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απεικονίζοντας την πρωτογενή βία της κατά πολύ υπέρτερα εξοπλισμένης αστυνομίας, επανδρωμένης από ανθρώπους εξελιγμένους στο πιο προηγμένο στάδιο μιας ρομποτοποίησης έχοντας συρρικνώσει τον λόγο τους σε απειλές και βρισιές προς τους διαδηλωτές, με απρόκλητες επιθέσεις εναντίον τους, με ξυλοκόπημα πεσμένων στο έδαφος, με παράνομη απόκρυψη των αριθμών ταυτοτήτων τους και των πινακίδων κυκλοφορίας των μηχανών. Η αστυνομία, ο επιχειρησιακός βραχίονας της κυβέρνησης, με τη συνδρομή παρακρατικών οργανώσεων, όξυνε την ατμόσφαιρα προκαλώντας την αντίδραση που καταγραφόταν από τα ΜΜΕ αλλά οι πολίτες με τα σύγχρονα εργαλεία της τεχνολογίας έσπαγαν το μονοπώλιο του κράτους στην ενημέρωση.

«Το κράτος κατέχει το μονοπώλιο στη νόμιμη χρήση βίας»: ο θεματικός πυρήνας της ταινίας βρίσκεται στους τρόπους εφαρμογής αυτής της φράσης του Γερμανού κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ ως κρατική πολιτική. Βλέπουμε να προβάλλονται πλάνα της αστυνομικής βίας σε μια μεγάλη οθόνη, καθιστώντας την καταγραφή της πραγματικότητας ως μία επείγουσα μυθοπλασία του κινηματογράφου των καιρών μας, να αναπτύσσονται συζητήσεις ανάμεσα σε πολίτες από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και επαγγέλματα: εργάτες (ορισμένοι ακρωτηριασμένοι ή με μόνιμες μυοσκελετικές βλάβες από την αστυνομική βία), φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ, ανώτεροι αξιωματικοί χωροφυλακής, συνδικαλιστές της αστυνομίας (ανώτατα στελέχη της εθνικής αστυνομίας είτε δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση είτε δεν τους επιτράπηκε να μιλήσουν), ιστορικοί, καθηγήτριες δικαίου, νοικοκυρές, ψυχοθεραπεύτριες, μετανάστριες- όλων οι ταυτότητες σκόπιμα δεν γνωστοποιούνται μέχρι το τέλος της ταινίας ώστε να επεξεργαζόμαστε χωρίς προκατάληψη τις απόψεις τους- τοποθετούνται, αντιπαρατίθενται, ανατρέχουν στην ιστορία, προβλέπουν το μέλλον, βασισμένοι στο υλικό από μαρτυρίες τραυματιών του «υπερβάλλοντα ζήλου» των αστυνομικών που αναρτούσε στο twitter ο σκηνοθέτης ασκώντας τη δημοσιογραφία.


«Η αστυνομία πολιτικοποιείται όλο και περισσότερο, η δικαιοσύνη θυσιάζεται από τους πολιτικούς», «Ποια τάξη προστατεύουν οι δυνάμεις της τάξης;», «Ομάδες πολιτών ανταγωνίζονται το κράτος για την κατάκτηση ενός νομιμοποιημένου ηθικά μονοπωλίου της βίας;»: ερωτήματα ανακύπτουν, οι απαντήσεις διαφέρουν, προκαλώντας τον θεατή να ερευνήσει βαθύτερα: το δίκαιο και η εξουσία βρίσκονται διαμετρικά αντίθετα ή μπορεί να τέμνονται σε έναν κοινό τόπο, με εφικτή τη διεύρυνσή του; Μπορεί να εξομοιώνεται, σε μια ιδεολογία ίσων αποστάσεων, η κρατική βία, που μάλιστα παράγεται από έναν εξοπλισμό πιο προηγμένο τεχνολογικά, μ’ αυτήν που χρησιμοποιείται τόσο ως απάντηση σ’ αυτήν όσο και ως μέσο διεκδίκησης συνταγματικών δικαιωμάτων; Είναι δυνατή η ύπαρξη του κράτους με τη βασική συνθήκη της αμοιβαίας συναίνεσης πάνω σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και τους πολίτες ή είναι υποχρεωτική η υπακοή των πολιτών; Επιπλέον, η κρατική βία εφαρμόζεται με περισσότερους τρόπους πέραν της αστυνομικής αυταρχικότητας: οι όλο και χειρότερες συνθήκες διαβίωσης και η κατάλυση δημοκρατικών δικαιωμάτων με την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών ή η επιχείρηση εμπέδωσης της υφιστάμενης πραγματικότητας ως τη μοναδική δυνατή ήδη από την παιδική ηλικία, όπως η σύλληψη των 153 μαθητών στα εργατικά προάστια του Παρισιού τον Δεκέμβριο του 2018, που διαμαρτύρονταν για την κατάσταση της παιδείας και τιμωρήθηκαν από την αστυνομία να παραμείνουν επί 3,5 ώρες γονατισμένοι με τα χέρια δεμένα οπισθάγκωνα. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η δημοσιοποίηση αυτών των εικόνων στα Μ.Κ.Δ. από έναν αστυνομικό, συμπληρώνοντας ότι «ποτέ αυτή η τάξη δεν ήταν τόσο φρόνιμη» και η ηδονική επίδειξη της βεβαιότητάς του ότι δεν θα τιμωρηθεί.

Διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον μας σε όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ. Αισθανόμαστε ότι συμμετέχουμε κι εμείς στις συζητήσεις μέσα από τις θεωρητικές αναλύσεις και τις βιωματικές μαρτυρίες παθόντων ή συγγενών τους, τις απόψεις που είναι είτε λεκτικά ωραιοπαθείς είτε προκλητικές για τον παγιωμένο τρόπο σκέψης μας – όπως, για παράδειγμα, ότι και οι δύο πλευρές ασκούσαν τελετουργικά βία, ικανοποιημένοι στο τέλος που «το κράτος ενσαρκωμένο από την αστυνομία διατήρησε το μονοπώλιο της βίας» ή ότι η καταστροφή της πολυτελούς μπρασσερί Fouquet’s επιτρέπει στους διαδηλωτές να κατέχουν σωματικά τα θραύσματα μιας μεγαλύτερης δύναμης. Καθώς το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στην απεικόνιση της αστυνομικής βίας και στις συζητήσεις γύρω απ’ αυτήν, η απάντησή μας σε μια σχετική ένσταση θα βασιζόταν στην ετυμολογία της λέξης «βία» που παραπέμπει στην έννοια και τη δυνατότητα της κυριαρχίας, με το μονοπώλιο τής νομιμοποιημένης χρήσης της να ανήκει, ως γνωστόν, στο κράτος.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 133 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top