Τέταρτο

156 Προβολές

Το όνομά της, Ελισάβετ



Το όνομά της το ίδιο φινετσάτο και γλυκό όπως εκείνη. Την λένε Ελισάβετ.

Μία γοητευτική κυρία που έχει επιλέξει να περάσει την υπόλοιπη Ζωή της καθισμένη στο παράθυρο του απομονωμένου σπιτιού της, το οποίο βρίσκεται λίγο πιο έξω από τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού. Το αγόρασε πριν από μερικά χρόνια όταν θέλησε να φύγει από την Αθήνα και να ζήσει στην επαρχία. Τον άντρα της, τον έλεγαν Ορέστη. Ναυτικός στο επάγγελμα αλλά δυστυχώς τον έχασε νωρίς από την «παλιαρρώστια».

Ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του που αποφάσισε από τότε να μην ξαναυπάρξει ποτέ στη Ζωή της άλλος άντρας και να ζήσει με τη θύμησή του και με την εμμονική ιδέα ότι κάποτε θα δει από το παράθυρο της τη σκιά του να ξεπροβάλει από το βάθος του δρόμου, με το αγέρωχο και κιμπαρίσιο περπάτημα του.

Λένε ότι κάθε χωριό έχει τον τρελό του αν και εγώ νομίζω ότι κάθε τρελός απλά δεν θέλει να έχει κανένα χωριό. Στην προκειμένη περίπτωση για τους υπόλοιπους συγχωριανούς ο τρελός, ή μάλλον η τρελή είναι η Ελισάβετ. Ξέρεις γιατί; Η μοναδική «τρέλα» που της αποδίδουν είναι το γεγονός ότι εδώ και χρόνια δεν μιλάει σε κανένα παρά μόνο στα παιδιά. Η αυλή της είναι σαν μια τεράστια παιδική χαρά, με μια μεγάλη αιώρα στο κέντρο, γεμάτη επιτραπέζια παιχνίδια και ένα κουκλοθέατρο στην άκρη με κούκλες από πηλό που έχει φτιάξει η ίδια. Τα παιδιά μετά από το σχολείο μαζεύονται εκεί και περνούν αμέτρητες ώρες, παίζοντας και ακούγοντας τις ιστορίες της. Όλα μου τα χρόνια στο Δημοτικό τα πέρασα περισσότερο στην αυλή της παρά στην δική μου.

Την αγαπώ τόσο πολύ αυτήν, τις ιστορίες και τα εντυπωσιακά σικάτα φορέματά της.

Πάντα μου έλεγε το εξής: «Εσύ παιδί μου είσαι βροχή και αέρας μαζί…», πόσο λάτρευα να το ακούω αυτό. Επίσης, μια αγαπημένη μου διαφυγή είναι η φωτογραφία. Με γοητεύει να απαθανατίζω ζωντανές εικόνες, στιγμές και πρόσωπα. Έχω μια παλιά αναλογική φωτογραφική μηχανή που μου χάρισε κάποτε η Ελισάβετ. Ένα απόγευμα βρισκόμουν σπίτι της και μου έδειχνε φωτογραφίες από τη νιότη της, ξεφυλλίζοντας με θρησκευτική ευλάβεια τα άλμπουμ που έχει φυλαγμένα σε ένα ξύλινο παλιό μπαούλο.

Στιγμές, πρόσωπα, βλέμματα… Θυμάμαι ότι γοητεύτηκα τόσο πολύ όχι μόνο με τις ίδιες τις φωτογραφίες αλλά και με την αναλλοίωτη αξία τους στον χρόνο. Η Ελισάβετ, λοιπόν, μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: Αφού σου αρέσουν οι φωτογραφίες στην κάνω δώρο αλλά με έναν όρο. Θα μάθεις τι σημαίνει ακριβώς η λέξη «απαθανατίζω».

Όταν αγαπάμε κάτι πραγματικά, συνηθίζουμε να το ντύνουμε με λέξεις που οφείλουμε πάνω από όλα να γνωρίζουμε τη σημασία τους. Εκείνη τη μέρα γύρισα σπίτι κρατώντας σφιχτά στα χέρια μου το δώρο της και έψαξα στο λεξικό την ακριβή σημασία της λέξης. Το ρήμα απαθανατίζω λοιπόν το βρίσκεις ως εξής: χαρίζω σε κάποιον ή σε κάτι την αθανασία, απεικονίζοντας τη μορφή του σε ένα έργο τέχνης. Λογοτεχνικό ή εικαστικό.

Σε λίγο θα πάω να τη συναντήσω γιατί τις προάλλες πέρασε έξω από την αυλή και την είδα από το παράθυρο να κοντοστέκεται για λίγο και να κοιτάει προς τα εδώ. Έχω καιρό να πάω να τη δω και μάλλον με έψαχνε. Θα μου φτιάξει ζεστό χαμομήλι και θα αρχίσει να μου εξιστορεί για άλλη μια φορά τα παιδικά της χρόνια, που τα πέρασε στο κέντρο της Αθήνας στο παλαιό κλασσικό κτήριο της οδού Μακρυγιάννη. Για τον κυρ Νικόλα με την λατέρνα στημένο σε ένα πλακόστρωτο κοντά στο σπίτι της, την Μαρούσω με το καυτό σαλέπι, για την κλασσική μουσική που αγαπούσε η μαμά της και για τον θυελλώδη έρωτα της με τον Ορέστη. Έχω ακούσει αυτή την ιστορία αμέτρητες φορές και κάθε φορά φαντάζομαι ότι είναι η πρώτη. Σαν μια ταινία αγαπημένη που θα ήθελες να μην είχες δει ποτέ και προσπαθείς να πιάνεσαι κάθε φορά από κάτι καινούργιο ώστε να αναπαράγεις συνεχώς το αρχικό, πρωτόγνωρο συναίσθημα.

Θα καταλήξει να πίνει κονιάκ, να μου διαβάζει ποιήματα της και να αναπολεί τον παλιό αγαπημένο της κινηματογράφο: Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, Φεντερίκο Φελίνι, Κατρίν  Ντενέβ, Βανέσα Ρεντγκρέιβ… Κάθε στιγμή μαζί της, ένας μπαξές ποιότητας και γλυκιάς νοσταλγίας. Κάθε της βλέμμα και μια βαθιά στοχαστική χαρακιά. Ένα ταξίδι σε εποχές που οι άνθρωποι είχαν χρόνο να μοιράζονται και να αγαπούν. Σε εποχές που η παιδική αθωότητα έμενε ξεσκέπαστη από το αίσχος της ενήλικης ορθότητας. Ανεξέλεγκτη και γοητευτική.

Έφτασα σπίτι της. Εκείνη στη θέση της, όπως πάντα στη βεράντα, βαμμένη και καλοντυμένη και στο πικ απ παίζει και πάλι το ίδιο αγαπημένο της τραγούδι που ξεκινάει κάπως έτσι:

«Ακόμα κι αν φύγεις, για τον γύρο του κόσμου
θα σαι πάντα δικός μου, θα ’μαστε πάντα μαζί»


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 14 Άρθρα

Ο Γιάννης Μίχας Νεονακης ή αλλιώς Dave, ζει ανάμεσα μας απο τον Αύγουστο του 1983. Είναι ιδρυτικό μέλος των «Φράξια» ένα από τα πιο βαθιά πολιτικοποιημένα και ανθρωποκεντρικα συγκροτήματα της ανεξάρτητης σκηνής και ασχολείται με τον στίχο αλλά και γενικότερα με τον πεζό λόγο από την ηλικία των 13. Εκτός από την δισκογραφία του γκρουπ και την προσωπική του, έχει εκδώσει ένα βίβλιο με στίχους με τίτλο «Έχω τον λόγο μου» από τις Εκδόσεις Κονιδάρη και μια συλλογή ποίησης και στοχασμών με τίτλο «Αποσιωπητικά», από τις Εκδόσεις Grotesque. Δηλώνει πρωταγωνιστής παρασκηνίου, συνοδηγός, περιθωριακά ρομαντικός και κομπάρσος του «λίγο απ'όλα». | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top