tetartopress

«Το πνεύμα του μελισσιού» του Βίκτορ Ερίθε – Ένα διαχρονικό αριστούργημα για την παιδική ηλικία στις καταπιεστικές κοινωνίες


“Το πνεύμα του μελισσιού”  (El espíritu de la colmena / The spirit of the beehive).
Σκηνοθεσία: Βίκτορ Ερίθε.
Πρωταγωνιστούν: Άνα Τόρεντ, Φερνάντο Φερνάν Γκόμεθ, Ιζαμπέλ Τελέρια.
Ισπανία, 1973.

Η μικρή Άνα παρακολουθεί αγωνιώντας στην οθόνη του πλανόδιου κινηματογράφου, ένα συνομήλικό της κορίτσι να πλησιάζει πρόσχαρα μια κυνηγημένη τρομακτική ανθρωπόμορφη ύπαρξη (βρισκόμαστε στο 1940, έναν χρόνο μετά το τέλος του Ισπανικού εμφυλίου, σ’ ένα απομονωμένο χωριό, όταν η επίσκεψη ενός κινηματογράφου ήταν σημαντικό γεγονός). Οι θεατές ήδη γνωρίζουν ότι αυτή η δύσμορφη ύπαρξη, κατασκευασμένη από έναν επιστήμονα που “αναζητά το άγνωστο”, θεωρείται επικίνδυνη γιατί της τοποθετήθηκε ο εγκέφαλος ενός εγκληματία κι επιδιώκεται η απομόνωσή της. Το “τέρας” και το κορίτσι παίζουν χαρούμενα, όμως, στην επόμενη σκηνή, ο πατέρας τού κοριτσιού κρατάει το πτώμα του και η Άνα ρωτάει επίμονα τη λίγο μεγαλύτερη της αδελφή, “Γιατί την σκότωσε;”: πως να κατανοήσει το παιδί αυτήν την εξέλιξη, έχοντας δει το “τέρας” ολοφάνερα συγκινημένο από την αποδοχή του κοριτσιού; Προφανώς, στην κόπια της ταινίας “Φρανκενστάιν” (του 1931) που παρακολουθεί, έχει αφαιρεθεί η σκηνή όπου το “τέρας”, χωρίς κακή πρόθεση, ρίχνει το κορίτσι στη λίμνη ώστε να διαπιστώσει αν επιπλέει σαν τα λουλούδια που έριχναν στο νερό. Αυτές οι οδυνηρές εικόνες δεν προβάλλονται, προφανώς γιατί θεωρείται δεδομένο ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διαχειριστούν συναισθηματικά τον θάνατο- δεν συνειδητοποιούμε ότι από νωρίς έρχονται σε επαφή με το γεγονός του θανάτου, όπως, για παράδειγμα, παρατηρώντας νεκρά ζώα. Παράλληλα, μέσω της κουτσουρεμένης κόπιας, “επαληθεύεται” η νοοτροπία των ενηλίκων θεατών ότι όποιος δολοφονεί, νοσεί από μια εκ γενετής, αθεράπευτη ελλειμματικότητα, ότι είναι ένα “τέρας”- αντίθετα με την Άνα που αναρωτιέται, έχοντας άμεση επαφή με τα συναισθήματά της- και πρέπει να τιμωρείται από τις αρχές ώστε να προστατευτεί η κοινωνία, χωρίς, όμως, προβληματισμό για ηθική αυτουργία ή συνθήκες που είτε ωθούν σε αφαίρεση ζωής άλλου ανθρώπου είτε την προκαλούν. “Επαληθεύεται” επίσης η νοοτροπία τους ότι οι ανθρώπινες δημιουργίες χωρίς θεϊκή ευλογία είναι αμαρτωλές, “τέρατα”, ακούγοντας στην παρουσίαση του “Φρανκενστάιν” να δηλώνεται ότι ο επιστήμονας παραγνώρισε ότι μόνο ο Θεός δημιουργεί ζωή, “επαληθεύεται” κι ότι η νεότητα χαρακτηρίζεται από την αλαζονεία, βλέποντας έναν μεγαλύτερο σε ηλικία γιατρό να προσάπτει στον επιστήμονα-δημιουργό ότι τυφλώθηκε από την επιτυχία του επειδή είναι νέος και δεν βλέπει την πραγματικότητα.

Για την Άνα (η 7χρονη τότε Άνα Τόρεντ), “τέρας” είναι μια ύπαρξη μονάχα όταν τη φοβίζει ή καταπιέζει καθώς στην ηλικία της δεν έχει ολοκληρωθεί η εσωτερίκευση των κοινωνικών προκαταλήψεων σε βάρος της αυθεντικότητας του εαυτού της. “Τέρας” γίνεται ο πατέρας της ελέγχοντας αν τα παιδιά έχουν αποκοιμηθεί, αναγκάζοντάς τα να διακόπτουν τις ψιθυριστές συζητήσεις τους (σε μια σκηνή, σωπαίνουν ακούγοντας έναν απόκοσμο ήχο βημάτων που, όπως θα δούμε, προκαλείται από τον βηματισμό του πατέρα στο ξύλινο πάτωμα). Ένα βράδυ, η Ιζαμπέλ απαντάει στην Άνα: “Δεν σκότωσε το κορίτσι ούτε τον σκότωσαν. Όλα στις ταινίες είναι ψεύτικα… Εξάλλου, τον έχω δει… Είναι πνεύμα, βγαίνει τις νύχτες μεταμφιεσμένος σαν άνθρωπος… Αν είσαι φίλη του, μπορείτε να μιλήσετε” (η Ιζαμπέλ την εξαπατά ενώ, συχνά, την τρομάζει προσποιούμενη την πεθαμένη καθώς επιβάλλει τις διαθέσεις της στη μικρή αδελφή) και η Άνα, σαν μαγεμένη, πηγαίνει επίμονα στον εγκαταλειμμένο στάβλο ώστε να  συναντήσει το “τέρας” (όπου ο απόκοσμος ήχος του αέρα στο οροπέδιο που φτάνει σαν από μακριά στα αυτιά της, μας μεταδίδει την αίσθηση ενός υπαρκτού κόσμου όπως ακράδαντα πιστεύει το παιδί), θέλοντας να βιώσει τον ρόλο του κοριτσιού της ταινίας και, ταυτόχρονα, να βοηθήσει το “τέρας”, ενώνοντας την πραγματικότητα της ταινίας μ’ αυτήν που την περιβάλλει καθημερινά. Όταν συναντήσει έναν τραυματισμένο αντάρτη που διώκεται από τον Φράνκο, πιστεύει ότι είναι το ενσαρκωμένο πνεύμα του “τέρατος”. Τέχνη, φαντασία, ζωή, όλα είναι ένα, το κορίτσι δεν φοβάται τους φόβους του, δεν καθηλώνεται όπως οι ενήλικοι, καθοδηγείται από ένα διαρκές “γιατί;”, βιώνοντας μαγικά το μυστήριο της ζωής σ’ ένα διαρκές τώρα, χωρίς να την ερμηνεύει μέσω έτοιμων απαντήσεων.


Άδειοι χωματόδρομοι, άνθρωποι έγκλειστοι στα σπίτια τους, μόνο παιδικές φωνές ακούγονται, μια φοβισμένη κοινωνία σε καταστολή που σωπαίνει για τον αντάρτη που κρυβόταν, σαν να μην υπήρξε- ο φόβος, η αποστροφή για το “τέρας” που μάχεται ένοπλα (άρα, “δολοφονεί”) κατά της κυβέρνησης (και κατά της καθολικής εκκλησίας που την υποστηρίζει). Γονείς ηττημένοι, απομονωμένοι στο μεγάλο οικογενειακό σπίτι, η θλιμμένη μητέρα της Άνα γράφει γράμματα σε έναν αγνοούμενο- παλιό εραστή;- που διέφυγε στη Γαλλία, ο πατέρας γράφει για άσκοπες δραστηριότητες τού μελισσιού του (αντίθετα, βέβαια, με την πραγματικότητα)- άραγε, μια απαισιόδοξη οπτική επειδή οι φυσικές λειτουργίες δεν μπορούν να επιδράσουν στα ανθρώπινα μελίσσια που υποκύπτουν στον φασισμό;- ενώ πειραματίζεται με την αποπροσανατολισμένη συμπεριφορά των μελισσών στη γυάλινη κυψέλη του. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, η Άνα δημιουργεί τον δικό της με τη φυσική επιθυμία του “μαζί” (κρυφά φέρνοντας πατρικά ρούχα στον αντάρτη, προσφέροντάς του το κολατσιό της) που γίνεται το καταφύγιό της όταν η σκληρή πραγματικότητα αναπόφευκτα επικρατήσει. Σ’ ένα κράτος όπου, μετά την 36χρονη δικτατορία, η δημοκρατία αποκαταστάθηκε πάνω στη “συμφωνία της σιωπής” ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους του εμφυλίου με απουσία ιστορικής μνήμης, η Άνα αντιμετωπίζει για πρώτη φορά τη σύγκρουση των δύο κόσμων όπου ζει, και μαζί, τον θάνατο, μεταφορικά και κυριολεκτικά, αρνείται, όμως, να ξεχάσει τον πόνο της. Η καταβύθιση στον πόνο θεωρείται ασθένεια που- στο όνομα της αγάπης χωρίς όμως κατανόηση της παιδικής ψυχοσύνθεσης- χρήζει θεραπείας από τα ιατρικά πρωτόκολλα ώστε να επισπευσθεί η προσαρμογή στις μονότονες, μοναχικές ζωές των ενηλίκων όπου ο πόνος απωθείται αντανακλαστικά, απονευρώνοντας τη συνειδητότητα: μια κατακερματισμένη εσωτερικά ζωή των πολιτών, εξυπηρετώντας τους σκοπούς κάθε εξουσίας.

Η ερμηνεία της Τόρεντ είναι αξέχαστη, τα ορθάνοιχτα μάτια της διεισδύουν σ’ αυτόν τον άγνωστο κόσμο και στα μάτια της χωράει όλος αυτός ο κόσμος. “Μια φορά κι έναν καιρό…”: ο Ερίθε μας καλεί να αφεθούμε στην οπτική του κοριτσιού που βιώνει και αναδημιουργεί τον κόσμο. Συνάμα, αναφέρεται στο τραύμα της δικτατορίας στην πατρίδα του- και το διαχρονικό ανθρώπινο τραύμα σε κοινωνίες καταπίεσης- σε δεύτερο επίπεδο, μέσω συμβολισμών, λόγω της Φρανκικής λογοκρισίας και γι’ αυτό δεν πρέπει να περιορίσουμε την ταινία σε μια πολιτική αλληγορία καθώς ο τόνος δίνεται από τη λυρική, ονειρική, στοχαστική και, ταυτόχρονα, ακριβή ματιά στην παιδική ψυχοσύνθεση. Η συνειρμική σύνδεση των σκηνών, ο αργός ρυθμός, η αινιγματική προσωπικότητα του αποκομμένου, διανοούμενου πατέρα και η αφανής επίδρασή του στην Άνα, η φωτογραφία στους τόνους του μελιού που διαχέεται στο σπίτι μέσα από βιτρό παράθυρα με εξαγωνικό σχήμα, παραπέμποντας στις απαισιόδοξες παρατηρήσεις του πατέρα για τις μέλισσες, όπου το φως αποδυναμώνεται φιλτραρισμένο, θαρρείς, από τον ψυχισμό των κατοίκων του, όλα συμβάλλουν σε μια μαγική, υποβλητική ατμόσφαιρα όπου όσα με βεβαιότητα θεωρούμε ως μη πραγματικά, αναδεικνύονται ως υπαρκτά. Μυστηριώδες, ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες, ένα μοναδικό αριστούργημα που στοιχειώνει τη μνήμη μας.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Διονύσης Π. Σιμόπουλος «Ο ουρανός της Ελλάδας: Φθινόπωρο»

Διονύσης Π. Σιμόπουλος «Ο ουρανός της Ελλάδας: Φθινόπωρο»

Μια εισαγωγή στις βασικές έννοιες της αστρονομίας, μια ματιά στον ουρανό με ξεναγό τον Διονύση Σιμόπουλο. Το τελευταίο μέρος της ...
Νέο lyric video από τους “Hand of Fate”

Νέο lyric video από τους “Hand of Fate”

Οι “Hand of Fate” δημιουργήθηκαν το Δεκέμβριο του 2014. Η σύσταση του γκρουπ έγινε σχεδόν μοιραία, αφού στην αρχική ύπαρξη ...
"So Hard to Stay Sober" - Νέο single και βίντεο του Gadless

“So Hard to Stay Sober” – Νέο single και βίντεο του Gadless

Το "So Hard to Stay Sober" είναι το νέο single και βίντεο του Gadless που κυκλοφόρησε ψηφιακά στις 30 Σεπτεμβρίου ...
Η Μικρή Άρκτος παρουσιάζει το αντιπολεμικό τραγούδι «Μπάρμπαρα»

Η Μικρή Άρκτος παρουσιάζει το αντιπολεμικό τραγούδι «Μπάρμπαρα»

Η Μικρή Άρκτος παρουσιάζει το αντιπολεμικό τραγούδι «Μπάρμπαρα» σε ερμηνεία Απόστολου Κίτσου, μουσική Μιχάλη Καλογεράκη, στο βίντεο πρωταγωνιστεί η Εύη ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 144 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top