Τέταρτο
1227 Προβολές

Το Πολυτεχνείο πέθανε – ζήτω το Πολυτεχνείο




Ο τίτλος  του συγκεκριμένου κειμένου, είναι η κατακλείδα του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου την 17η του Νοέμβρη του 1974, έναν μόλις χρόνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου που οδήγησε στην πτώση της δικτατορίας στη χώρα και στο πέρασμα στη νέα εποχή. Μια νέα εποχή διαφορετική απ’ ότι την οραματίζονταν οι περισσότεροι από όσους κλείστηκαν μέσα στο Πολυτεχνείο.

«Όλοι μετέχουν σήμερα στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Αλλά τότε εναντίον τίνος έγινε η εξέγερση; Εναντίον του φασισμού; Μα τι άλλο επιτέλους είναι ο φασισμός παρά το “κακό” πρόσωπο του συστήματος; Τώρα μας δείχνει το “καλό” του πρόσωπο χαμογελώντας με συγκατάβαση όσο οι λαϊκές εκδηλώσεις δεν ξεφεύγουν από τα όρια του παραδεδεγμένου τελετουργικού: Μνημόσυνα, τρισάγια, λιβάνια», λέει ο Λυκιαρδόπουλος αναρωτώμενος αν εν τέλει εκείνα τα παιδιά σκοτώθηκαν για να μπορούμε κάθε τέσσερα χρόνια να δίνουμε το τυπικό χρίσμα σε όσους μας κυβερνάνε αδιάκοπα ενάμιση αιώνα τώρα.

Αν εκείνα τα παιδιά σκοτώθηκαν, για να αφήνουμε αυτούς που αδιάκοπα μας κυβερνούν 46 χρόνια και πλέον, να σκυλεύουν τη μνήμη τους προσπαθώντας να την απαξιώσουν. Προσπαθώντας να απαξιώσουν κάθε μορφής αντίσταση, κάθε μνήμη.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, στην ιστορική συγκυρία και στο κολύμπι στον αφρό των ημερών, σε μια συγκυρία που η αμφισβήτηση των εξεγέρσεων είναι πιο έντονη ίσως από ποτέ. Κυβερνητικά στελέχη, κομάντο-τηλεπωλητές εθνικοφροσύνης και νανογιλέκων αμφισβητούν ως και την ύπαρξη νεκρών στο Πολυτεχνείο, αλλά ακόμα κι αν απομονώσουμε αυτές τις άναρθρες κραυγές, θα διαπιστώσουμε τη συστηματική κρατική προσπάθεια, τόσο να υποτιμηθεί η σημασία του ιστορικού γεγονότος, όσο και να υποτιμηθεί η συλλογική μνήμη της εξέγερσης (της επανάστασης κατά τον Λυκιαρδόπουλο), προς όφελος αγώνων με σαφές εθνικό πρόσημο.

Σε μια προσπάθεια λοιπόν ξαναγραψίματος της ιστορίας και σκύλευσης της ιστορικής μνήμης, η υφυπουργός εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου, μιλά για την αξία του εθελοντισμού απέναντι στην πατρίδα, φέρνοντας για παράδειγμα την 28η Οκτωβρίου και το ΟΧΙ του ελληνικού λαού, ενάντια στον δικτάτορα Μουσολίνι, ενώ, σε δήλωσή της σε διαφορετικό χρονικό διάστημα μιλώντας για τον αντιδικτατορικό αγώνα είχε πει: «Ένα κομμάτι που με ανησυχεί και με προβληματίζει είναι ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει μια αγιοποίηση του αντιδικτατορικού αγώνα, η οποία ουσιαστικά έγινε επειδή δεν έγινε ο αγώνας όταν έπρεπε να γίνει» και συνέχισε, «Το δεύτερο που με προβληματίζει έχει σχέση με την μετατροπή σε βαθιά ψυχική νόσο (του αντιδικτατορικού αγώνα), η οποία φοβάμαι ότι είναι μια μετατροπή σε μια συλλογική ψυχική νόσο», ενώ ολοκλήρωσε την τοποθέτησή της εξίσου θεαματικά: «Ακούω συνέχεια “ιστορικό στέλεχος της αριστεράς”, “ιστορικός αγώνας” κι αναρωτιέμαι, για ποια ιστορία μιλάμε; Ποιος έγραψε αυτή την Ιστορία; Ποιοι; Αυτοί (τα ιστορικά στελέχη) που είναι ακριβώς οι ψυχικά νοσούντες;». Η ίδια υφυπουργός που ταυτίζει τους φοιτητικούς και τους ταξικούς αγώνες με τον εμφύλιο στη Συρία, προσπαθώντας να δημιουργήσει κοινωνικά ερείσματα για την καταπάτηση του πανεπιστημιακού ασύλου στην ΑΣΟΕΕ από τα ΜΑΤ της κυβέρνησής της.

Πλησιάζοντας η επέτειος, ακούμε όλο και περισσότερα. Ακούμε τον πρώην τσεκουροφόρο νεολαίο της ΕΠΕΝ, Μάκη Βορίδη, υπουργό γεωργίας πλέον να εφευρίσκει τον όρο «αναγκαστικότητα» για το κρατικό ξύλο, τονίζοντας σε όλους τους τόνους πως το κράτος και τα όργανά του κατέχουν το μονοπώλιο της βίας, την ίδια ώρα που ο Άρης Πορτοσάλτε απηυδισμένος από το ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ αναρωτιέται τι νόημα έχει επιτέλους η επέτειος του Πολυτεχνείου, και ο Γιάννης Πρετεντέρης προαναγγέλλει σε άρθρο του στην Καθημερινή, νεκρούς διαδηλωτές, μιας και «η κανονικότητα πρέπει να επιστρέψει με κάθε κόστος». Έθνος, σημαίες, θρησκείες, οικογένειες. Ότι ακριβώς έταξε προεκλογικά σε μια μεγάλη μερίδα της πληγωμένης από το «ξεπούλημα της Μακεδονίας» (όπως οι ίδιοι το αντιλήφθηκαν ως τέτοιο) βάσης των ψηφοφόρων της.

Πως να μην θέλουν λοιπόν να ξαναγράψουν την Ιστορία, πως να μην θέλουν λοιπόν να εξαφανίσουν τη μνήμη; Οι νεκροί δεν ανήκουν σ’ αυτούς. Λέει ο Λυκιαρδόπουλος: «Δεν ανήκουν στο έθνος. Στο έθνος ανήκουν οι παπάδες και τα λάβαρα, οι λόγοι και τα στεφάνια των επισήμων. Στο έθνος ανήκουν οι δολοφόνοι των παιδιών. Τα παιδιά δεν ανήκουν πουθενά. Το νόημα της εξέγερσής τους δεν χωράει στα εθνικά αστικοδημοκρατικά πλαίσια που θέλουν να το στριμώξουν. Ο αγώνας του Νοέμβρη δεν ήταν αγώνας “εθνικός”, δεν ήταν καν αγώνας “πολιτικός” – ήταν η επανάσταση. Το Πολυτεχνείο δεν ανήκει στο “έθνος”· αυτή την αλήθεια εξέφραζε ένα σημείωμα αφιερωμένο στους νεκρούς: “Ο ελληνικός λαός ήταν ανάξιος της θυσίας σας”. Το Πολυτεχνείο ανήκει στους νεκρούς – μόνο σ’ αυτούς» .

Την ώρα λοιπόν που η κυβέρνηση προσπαθεί να ικανοποιήσει τους ψηφορόρους της, επαναφέροντας (προσωρινά) τη διάταξη για βλαστημία, την ίδια ώρα περνά από την πίσω πόρτα διατάξεις που μετατρέπουν τη χώρα σε πλυντήριο μαύρου χρήματος, παραδίδοντας τους κατοίκους στα χέρια ιδιωτών τοκογλύφων. Τούτο δε, συμβαίνει με την επανεμφάνιση του σκληρότερου προσώπου της καταστολής. Τούτο δε, συμβαίνει με την κανονικοποήση των fake news ως βασικό στοιχείο ενημέρωσής μας. Τούτο δε, συμβαίνει με την προσπάθεια να γραφτεί η ιστορία από την αρχή. Όπως τους βολεύει: «πίσω από τα πανηγύρια και τα μνημόσυνα, πίσω από τη νερουλή συνθηματολογία των πολιτικών κομμάτων διακρίνεται η αιώνια επιθυμία των νοικοκυραίων. Το “ποτέ πια άλλο Πολυτεχνείο!” δεν σημαίνει “ποτέ πια άλλος φασισμός!” αλλά: “ο αγών εστέφθη υπό επιτυχίας” ή “καθίστε τώρα φρόνιμα”», επισημαίνει εύστοχα ο Λυκιαρδόπουλος.

Μα δεν είμαστε στο 2014 και στην κυβέρνηση Σαμαρά. Είμαστε στο 2019, με την προσφυγική κρίση σε πλήρη εξέλιξη, με κοινωνικές συγκρούσεις να ξυπνάνε σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Είμαστε εν ολίγοις μέρος ενός κόσμου που αλλάζει και που στο τέλος της αλλαγής θα είναι είτε σαν ένας τζεντριφάηντ οργουελικός εφιάλτης, είτε ένας πολύχρωμος, ελεύθερος κόσμος που θα χωρά τον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες κι ανάλογα με τις δυνατότητές του. Τα στρατόπεδα ξαναστήνονται:

«Μα πάνω από τις νουθεσίες ή τις διαταγές εθναρχών, κομισάριων, μεσιών και τραμπούκων ακούγονται κάποιες άλλες φωνές στο πεζοδρόμιο: “Ένα, δυο, τρία, πολλά Πολυτεχνεία!”».

Και μπορεί η επέτειος του Πολυτεχνείου λοιπόν να κλείστηκε σε ένα τριήμερο, στο αποκορύφωμα του οποίου η κρατική καταστολή μας δείχνει το πρόσωπό της, λέγοντάς μας να ξεχάσουμε κάθε σκέψη για μελλοντικά Πολυτεχνεία, μα όλοι μας ξέρουμε, πως κάτι που συνέβη μια φορά, δεν δύναται παρά να επαναληφθεί. Άλλωστε, οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν σε μουσεία. Εμπρός για της γενιάς μας, τα Πολυτεχνεία!


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 11 Άρθρα

Ο Δημήτρης Γκιούλος ήθελε να γίνει αστροναύτης. Τελικά, έμεινε να κυνηγά τις ουτοπίες του στη γη. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top