tetartopress

«Η λεοπάρδαλη του χιονιού» – Το νοερό μας ταξίδι με οδηγό τον Βενσάν Μουνιέ στα οροπέδια του Θιβέτ


“Η λεοπάρδαλη του χιονιού” (La panthère des neiges)
Σκηνοθεσία: Μαρί Αμιγκέ, Βενσάν Μουνιέ
Ντοκιμαντέρ Γαλλικής παραγωγής 2021

“Ευτυχώς, μού το επέτρεπαν οι γονείς μου. Έτσι μπορούσα να πηγαίνω στο δάσος για ώρες και ώρες. Μόνος. Γιατί πρέπει να είσαι μόνος. Και να ακολουθείς το ένστικτό σου. Στο δάσος, στην  παγωμένη θάλασσα, δεν είμαστε παρά επισκέπτες. Διακατέχομαι από ταπεινότητα όταν βρίσκομαι στη φύση. Οι άνθρωποι είναι το ζωικό είδος που έχει απομακρυνθεί περισσότερο από την άγρια ζωή… Η φωτογραφία δεν είναι παρά η ευκαιρία να μοιραστώ, να αφηγηθώ μια ιστορία. Έχω μεγάλη αγάπη για το χιόνι, κατάγομαι από το Βοζ (Γαλλικά: Vosges- νομός της Βορειοανατολικής Γαλλίας που η ονομασία του προέρχεται από την οροσειρά των Βοζ που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα των εδαφών του). Το χιόνι εξαλείφει το αχρείαστο, αφήνοντας μονάχα ό,τι είναι ουσιώδες. Τα χρώματα και το φως των Σκανδιναβικών χωρών είναι εξαίσια αλλά για μένα, είναι πιο σημαντικό να δείξω ότι εκεί ζουν άγρια ζώα, τόσο ψηλά, τόσο μακριά, σε τόσο δύσκολες συνθήκες”.

Αυτή τη φορά, ο Βενσάν Μουνιέ, από τους πιο διακεκριμένους φωτογράφους της άγριας ζωής, δεν βρίσκεται μόνος του στο ανεξερεύνητο οροπέδιο του Θιβέτ, ένα από τα τελευταία καταφύγια της άγριας φύσης. Συνοδοιπόρος του είναι ο συγγραφέας και ταξιδευτής Σιλβάν Τεσόν- και, νοερά, όλοι εμείς οι θεατές. Ο Μουνιέ ικανός και έμπειρος να προσαρμόζεται και να αντιμετωπίζει τις ανελέητες  συνθήκες ζωής, αισθανόμαστε σαν να μας καθοδηγεί όπως και τον Τεσόν, να κρυβόμαστε και καμουφλαριζόμαστε καθώς αναρριχώνται όλο και πιο ψηλά στη διάρκεια αυτών των εβδομάδων, μοιραζόμαστε μαζί τους τον θαυμασμό μπροστά στη θέα των αιώνιων βουνών, όσο πιο πολύ πλησιάζουν τις κορυφές τους τόσο πιο κοντά έρχεται ο ουρανός στη γη, μοιραζόμαστε τη χαρά του Μουνιέ όταν ανακαλύπτει ένα ίχνος άγριου ζώου και το εξηγεί στον Τεσόν, τη συγκίνησή τους στην παρατήρηση ενός άλλου, άγνωστου κόσμου μέσα στον γεμάτο από θαύματα και εκπλήξεις κόσμο όπου ζούμε, συντονίζουμε τις σκέψεις μας με την ψιθυριστή ομιλία τους, όχι μόνο για να μην γίνονται αντιληπτοί παρά περισσότερο εξαιτίας του δέους μπροστά στην ομορφιά της φύσης, γίνεται και δική μας η ακατάβλητη υπομονή του Μουνιέ στην επιθυμία του να δει τη λεοπάρδαλη του χιονιού, το “όμορφο πρόσωπο του πνεύματος των βράχων” όπως θα πει ο Τεσόν, ένα από τα πιο ακριβοθώρητα και απρόσιτα αιλουροειδή- σκοπός και αφορμή, προορισμός και ταξίδι ταυτόχρονα.


Πρόκειται, όχι μόνο για επανασύνδεση του ανθρώπου με τη φύση παρά, κυρίως, την ανάδυση των ξεχασμένων δυνατοτήτων του να επιβιώνει, να προσαρμόζεται και να αισθάνεται ένωση στην επαφή του με το απάτητο φυσικό περιβάλλον, μακριά από το “κουκλοθέατρο της ανθρωπότητας”, όπως λέει ο Τεσόν. Έχουμε πάψει να είμαστε πια ζώα, “αγωνιζόμαστε να ανέβουμε ως εδώ, στα 5.000 μέτρα είμαστε αδέξιοι, δεν ξέρουμε να παρατηρούμε, ούτε μυρίζουμε. Όλες μας οι αισθήσεις έχουν πέσει σε αχρηστία”, λέει ο Μουνιέ που μυρίζει τους βράχους, παρατηρεί τα ζώα και κατανοεί τις συμπεριφορές τους, τα σέβεται. Έχουμε πια ελάχιστα συναισθήματα για τα πλάσματα της γης, σκοτώνουμε πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειαζόμαστε για να τραφούμε (αν πιστεύουμε ότι η ζωική τροφή είναι αναγκαία για τον άνθρωπο), η σχέση μας με τη φύση έχει διαρραγεί και χωρίς την αποκατάστασή της, είναι αδύνατον να θεραπεύσουμε τις αρρώστιες που μας ταλανίζουν, σωματικά και ψυχικά. Την αποθανατίζουμε σε φωτογραφίες, τηρώντας κι επιδεικνύοντας αρχεία αξέχαστων εικόνων που, με τον καιρό, εκπίπτουν σε προσομοίωση μιας εμπειρίας που ουσιαστικά δεν βιώθηκε τότε, θυμόμαστε γεγονότα και πλάσματα αποκομμένα από συναισθήματα. Η φωτογραφία δεν είναι αυτοσκοπός του Μουνιέ, φωτογραφίζει μετά από ώρες παρατήρησης θέλοντας να χτίσει γέφυρες, όπως λέει ο ίδιος, να μεταδώσει το θαύμα, να θυμίσει και να αφυπνίσει σ’ αυτούς τους καιρούς της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής κατάρρευσης.

Αποφεύγει να γίνεται ορατός, όχι μονάχα εξαιτίας των ευνόητων κινδύνων, επιπλέον για να μην φοβίσει και ο ίδιος τα ζώα σε εκείνο το περιβάλλον όπου ο άνθρωπος είναι ξένος. Κρύβει καμουφλαρισμένη την κάμερά του ανάμεσα σε πέτρες ώστε να τραβήξει φωτογραφίες την ώρα που αυτός παρατηρεί ή αναπαύεται, αποφεύγοντας να ενοχλήσει τους μόνιμους κατοίκους αυτού του περιβάλλοντος. Μπροστά στην αθέατη φωτογραφική μηχανή, παρελαύνουν αλεπούδες, αντιλόπες, ελάφια, γεράκια, ογκώδη προϊστορικά γιακ- θαρρείς ότι εκεί ο χρόνος δεν κυλάει με τα ανθρώπινα μέτρα. Όμως, η παρατήρηση δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπου σ’ αυτόν τον τόπο: τα ζώα παρατηρούν κι αυτά, συχνά αθέατα απ’ αυτόν, επιφυλακτικά, διερευνητικά- επιθετικά, έχοντας σίγουρα χαρίσει τη ζωή στον άνθρωπο ορισμένες φορές χωρίς αυτός να το μάθει ποτέ. Η έκφραση και η λάμψη του βλέμματος των ζώων και των πουλιών που αποτυπώνονται στις φωτογραφίες του, μας προσφέρουν ερεθίσματα ώστε να συνειδητοποιήσουμε τον ανθρωποκεντρισμό μας.

Η ατμόσφαιρα της ταινίας όπου απεικονίζεται ένας άγνωστος, ξεχασμένος κόσμος, εμπνέει γαλήνη, στοχαστικότητα, μας ωθεί στον διαλογισμό. Η μόνη μας ένσταση έχει να κάνει με μια αταίριαστη φιλοσοφίζουσα, επεξηγηματική επιθυμία του συγγραφέα ορισμένες φορές όπου, θαρρείς αδυνατώντας να ξεχάσει την προσωπικότητα που έχει διαμορφώσει, σχολιάζει εκεί όπου η σιωπή θα ήταν αρκετή, προσθέτει εκεί όπου ο άνθρωπος εμπνέεται να αφαιρέσει από το διανοητικό του οπλοστάσιο, ακούει τον εαυτό του εκεί όπου είναι φυσικό να αφουγκράζεσαι: “Είχα δει τη λεοπάρδαλη, είχα κλέψει τη φωτιά κι έφερα μέσα μου τον πυρσό”, “Έπρεπε να δεχτούμε το θλιβερό γεγονός ότι η Γη μυρίζει άνθρωπο” (έχοντας ακούσει από τον Μουνιέ ότι η αλεπού μύρισε τα ίχνη τους στη σπηλιά)”- “Νιώθεις ένα σφίξιμο στην καρδιά. Είναι όλα όσα απαρνήθηκαμε εμείς, η ελευθερία, η αυτονομία”, σε μια εξιδανίκευση όπου θαρρείς η αποτυχία μας να χτίσουμε ελεύθερες, ισότιμες, αλληλέγγυες κοινωνίες, οφείλεται αποκλειστικά στην αμαρτία της πτώσης μας από τον επίγειο παράδεισο της φύσης. Την ίδια ένσταση έχουμε και για τη χρήση της μουσικής επένδυσης, υπέροχης μεν, περιττής δε: πταίσματα, ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του πανέμορφου, νοερού, εσωτερικού ταξιδιού μας με οδηγό τον Βενσάν Μουνιέ.

Το ντοκιμαντέρ “Η λεοπάρδαλη του χιονιού” το είδαμε στο 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Τμήμα: Top Docs, όπου προβλήθηκε με τον τίτλο “Βελούδινη βασίλισσα”.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Ανακάλυψε το πλήρες πρόγραμμα του Athens Music Week

Ανακάλυψε το πλήρες πρόγραμμα του Athens Music Week

4 μέρες, 4 venues, 40 καλλιτέχνες και 160 ομιλητές από 26 χώρες. Το μοναδικό γεγονός στην Ελλάδα που ενώνει το ...
«Μουσικός Μάιος» από τη Φιλαρμονική Εταιρία Ωδείο Πατρών

«Μουσικός Μάιος» από τη Φιλαρμονική Εταιρία Ωδείο Πατρών

Τον 27ο χρόνο διανύει ο θεσμός «Μουσικός Μάιος», ο οποίος ξεκινά την Πέμπτη 16 Μαΐου 2024, σταθερά στις 9 μ.μ ...
Corine Pelluchon «Ο Διαφωτισμός στην εποχή του εμβίου»

Corine Pelluchon «Ο Διαφωτισμός στην εποχή του εμβίου»

Υπάρχει τρόπος να υπερασπιστούμε τον Διαφωτισμό σήμερα; Το χειραφετικό του ιδεώδες διατηρεί ακόμη κάποιο νόημα; Όταν βρισκόμαστε μπροστά στην αφύπνιση ...
Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ «Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ»

Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ «Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ»

Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ είναι μια διεστραμμένα μαγική λογοτεχνική αστυνομική ιστορία – ευφυής, περίπλοκη, με συναρπαστική κορύφωση– για ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 203 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top