Τέταρτο

«Ξυπόλυτοι στο Παρίσι» – Η ευφρόσυνη μάχη της τρίτης ηλικίας για μια ζωή σαν παραμύθι


«Ξυπόλυτοι στο Παρίσι» (Paris pieds nus” / “Lost in Paris)
Σκηνοθεσία: Ντομινίκ Αμπέλ, Φιόνα Γκόρντον
Πρωταγωνιστούν: Ντομινίκ Αμπέλ, Φιόνα Γκόρντον, Εμμανουέλ Ριβά, Πιερ Ρισάρ
Βέλγιο, Γαλλία, 2016.

(Διαθέσιμη στο ertflix έως τις 25/5/2021)

Θαρρείς ότι καραδοκούμε να επιβεβαιώσουμε για την τρίτη ηλικία ότι τα χάνει ώστε να συμπεράνουμε ότι έχει ανάγκη μόνιμης επίβλεψης πια στην καθημερινή της ζωή, λες και πάσχει από μια ανίατη ασθένεια. Θαρρείς ότι η γενιά μας, παιδιά αυτών των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας και γονιοί της νέας γενιάς, ασυνείδητα αποζητάει να κατοχυρώσει την πρωτοκαθεδρία, αν όχι την αποκλειστικότητα, στην επί της γης ωριμότητα και πνευματική ακμαιότητα. Μπορεί να μας αρκεί η μεγάλη ηλικία καθαυτή σαν κριτήριο, μια νοητική έκπτωση ή μια σωματική τους ανημπόρια, ακόμα και μια συμπεριφορά τους που κρίνουμε ως ανάρμοστη για τα χρόνια που κουβαλάνε. Αναπαράγουμε μηχανικά, με κρυφή έπαρση, μια ετοιματζίδικη σοφία ότι ξαναγίνονται ξεροκέφαλα παιδιά που μόνο γκρινιάζουν, ότι μας είναι αδύνατον να συνεννοηθούμε μαζί τους στοιχειωδώς. Κι όμως, σε τόσες πολλές περιπτώσεις, δεν κατανοούμε ότι αυτός ο παλιμπαιδισμός τους σημαίνει την επιστροφή ή την κατάκτηση μιας απενοχοποιημένης ανεμελιάς, μιας απελευθερωμένης οπτικής πάνω στη ζωή, βιώνοντάς την παράλληλα σαν ένα παραμύθι, όπως συμβαίνει με τα παιδιά.


Η αλήθεια με την 88χρονη Μάρτα είναι ότι τα έχει λίγο χαμένα όταν πιστεύει ότι βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, ξεχνώντας ότι παρατηρεί το αντίγραφο του αγάλματος της ελευθερίας πάνω σ’ ένα νησάκι στο Σηκουάνα ή όταν μπερδεύει το γραμματοκιβώτιο με το καλάθι των σκουπιδιών όπου ρίχνει το γράμμα προς την ανιψιά της, ζητώντας βοήθεια ώστε ν’ αποφύγει την εισαγωγή της στο γηροκομείο. Ποιος το αποφάσισε αυτό, με ποια κριτήρια και πως αποκλείστηκε οποιαδήποτε εναλλακτική λύση; Η υπηρεσία της πρόνοιας στο Παρίσι θεωρεί δεδομένο ότι δεν μπορεί να φροντίζει τον εαυτό της μόνο και μόνο λόγω της ηλικίας της. Η Μάρτα, όμως, διατηρεί ατόφια τη ζωντάνια της, θέλει να ζει στο δικό της χώρο κι αποφεύγει κάθε φορά τους κρατικούς λειτουργούς που έρχονται σπίτι της, με τσαχπίνικη πανουργία: όχι μόνο κρύβεται πίσω από έναν νεότερό της γείτονα, επιπλέον τον φιλάει στο στόμα ώστε αυτός να γείρει το σώμα του, σαφώς μεγαλύτερο σε σχέση με το συρρικνωμένο δικό της, προς εκείνη και έτσι να την κρύψει! Αγωνία να ξεφεύγει από τους διώκτες της ελευθερίας της, σχέδια κρυψίματος, περιπλανήσεις στο δρόμο όταν την επισκέπτονται απρόσκλητα στο σπίτι της και βραδινή καταφυγή στη σκηνή ενός νεότερού της άστεγου στις όχθες του Σηκουάνα- η Μάρτα, ζει άλλη μια ζωή, ένα παραμύθι παράλληλα με την πραγματική της ζωή!

Και όχι μόνο ζει ό,τι τραβάει η ψυχή της, επιπλέον συμπαρασύρει την ανιψιά της από την άνευρη ζωή της σ’ ένα μόνιμα θαρρείς χιονισμένο χωριό στο μακρινό Καναδά, μια μοναχική γυναίκα, κωμικά αδέξια, με μια τρυφερά τυποποιημένη, σχεδόν καρτουνίστικη κινησιολογία και με απαράλλαχτη έκφραση έκπληξης και επιφυλακτικότητας, μια ύπαρξη που δεν ανησυχεί να βρει τη θέση της σ’ αυτόν τον τακτοποιημένο κόσμο όπου κυριαρχεί η λογική των στερεοτύπων. Η Φιόνα λες και προστατεύει τη διαφορετικότητά της μ’ αυτήν την προσωπικότητά της, αναζητά το ταίριαγμα κι όχι κατ’ ανάγκη την ενσωμάτωση, έχει μια αυτοπεποίθηση με το να είναι απλά ο εαυτός της. H έκκληση της αγαπημένης της θείας από την “Πόλη του φωτός”, όπου ήθελε πάντα να ζήσει αλλά δεν το είχε επιδιώξει ποτέ και η συνάντησή της με τον εξωστρεφή άστεγο Ντομ που διεκδικεί, εξίσου κωμικά, την ανταπόκριση στα συναισθήματά του, είναι σαν δώρα τής γηρασμένης θείας της, σαν δώρα τής ζωής. Να που πάντα έχουμε να μάθουμε από την τρίτη ηλικία που τόσο αβασάνιστα χαρακτηρίζουμε ως ξεμωραμένη, πολλά περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαμε να φανταστούμε.


Η αφηγηματική πλοκή είναι χαλαρή, λίγα γεγονότα συμβαίνουν και κάποιες στιγμές η διάρκεια μάς φαίνεται λίγο μεγαλύτερη απ’ όσο θα θέλαμε. Όμως, η ατμόσφαιρα είναι ευφρόσυνη, χαμογελάμε ακόμα και τις μελαγχολικές στιγμές! Θαρρείς ότι όσα βλέπουμε, συμβαίνουν σε μια άλλη πραγματικότητα μέσα στη δεδομένη πραγματικότητα. Είναι, πρώτα απ’ όλα, οι ερμηνείες του δίδυμου Ντομινίκ Αμπέλ και Φιόνα Γκόρντον, η σύζευξη των αντιθέσεών τους που πετυχαίνουν μέσα από τα κωμικά γκανγκς που φέρνουν στο νου τις παλιές ασπρόμαυρες Αμερικάνικες κωμωδίες, τους λίγους διαλόγους, την ονειρικότητα του φωτός που διαχέεται από τη φωτογραφία – την ανθρωπιά που αποπνέεται. Είναι η ερμηνεία της σπουδαίας Εμμανουέλ Ριβά (που έχουμε αγαπήσει από τη θρυλική ταινία “Χιροσίμα, αγάπη μου” από το 1959) που ενσαρκώνει το ρόλο της 88χρονης Μάρτα με μια φευγάτη χάρη. Είναι και ορισμένες υπέροχες σκηνές, όπως ο ευφορικός χορός των ποδιών δύο γερασμένων πλασμάτων που κάθονται στο παγκάκι ή όπως η θέα του Παρισιού από πολύ ψηλά, πάνω σε μια μεταλλική δοκό του πύργου του Άιφελ, έχοντας την αίσθηση ότι πετάνε πάνω από το κενό που χάσκει, γιατί όσο περισσότερο χρειαστεί να διακινδυνεύσουμε ορισμένες φορές, τόσο πιο πιθανό είναι να γευτούμε την εκστατική πλευρά της ζωής, γιατί το πρωταρχικό νόημα της ζωής δεν είναι παρά η λαχτάρα να ζούμε κάθε στιγμή με πληρότητα και να αφηνόμαστε σε ό,τι προκύπτει στην πορεία, χωρίς σκοπούς και ηθικολογίες. Ήδη, η θέληση για μια προσωπική ζωή ενάντια στους απρόσωπους νόμους του κράτους και στα ηθικολογικά στερεότυπα της κοινωνίας, είναι από μόνη της μια περιπέτεια, μια δυνατότητα να ζήσουμε ένα ευτυχές παραμύθι – όπως βιώνουν τα παιδιά τη ζωή καθώς οι μεγάλοι επιδιώκουν να τους το στερήσουν, στο όνομα της εικονικής ωριμότητας.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 98 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

ΤΟ «ΤΕΤΑΡΤΟ» ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ

 

Back to Top